ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΔΝΤ: Παραμένει υψηλό το κόστος των απολύσεων στην Ελλάδα

imfffff--3

Παρόλες τις μεταρρυθμίσεις που συντελέστηκαν στην αγορά εργασίας, το κόστος των απολύσεων παραμένει υψηλό. Αυτή είναι η εκτίμηση του ΔΝΤ το οποίο συνεχίζει να κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες με υψηλό κόστος απολύσεων. Στη «Βίβλο για την Απασχόληση του ΔΝΤ» την οποία παρουσίασε η επικεφαλής του Ταμείου κ. Κ. Λαγκάρντ στις Βρυξέλλες, ως προς τα θέματα της απασχόλησης και της ανεργίας η Ελλάδα αξιολογείται μεν θετικά αλλά δεν απουσιάζουν τα αρνητικά πρόσημα. Υπογραμμίζεται ως θετικό το γεγονός ότι μπήκε σε εφαρμογή πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και στο συνταξιοδοτικό, αλλά ταυτοχρόνως εντοπίζεται και η απόσταση από χώρες με μικρότερο κόστος απολύσεων. Ομως, στην πράξη, όπως φαίνεται και από τον πίνακα, καλύτερες επιδόσεις ως προς αυτόν τον δείκτη έχουν μόνο τρεις χώρες, η Ιταλία, η Πολωνία και η Βουλγαρία.

Στην πραγματικότητα η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση, στην ίδια θέση με τη Λεττονία και τη Ρουμανία. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι ακόμη μεγαλύτερη απόσταση από τις βέλτιστες πρακτικές που αφορούν το κόστος απολύσεων έχουν, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη αξιολόγηση, όλες οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας η οποία, στην κλίμακα αξιολόγησης από το 0 (η μεγαλύτερη απόσταση) έως 10 (μικρότερη απόσταση) βαθμολογείται με 1. Αρκετά υψηλά αξιολογείται η Ελλάδα κι ως προς το κόστος έναρξης επιχειρήσεων και την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η ανάπτυξη δεν συμβαδίζει με αύξηση της απασχόλησης, εκτιμά το ΔΝΤ αποδίδοντας και σε προ κρίσης καθυστερήσεις, την υψηλή ανεργία σε χώρες του Νότου και στην Ελλάδα. Αλλωστε όπως τεκμηριώνεται και από τα στοιχεία, οι υψηλοί -προ κρίσης- ρυθμοί ανάπτυξης στην οικονομία δεν είχαν καμία επίδραση για την αναβάθμιση του εργατικού δυναμικού και στην ποιότητα της απασχόλησης αφού δεν συνδέθηκαν με εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων και τεχνολογικές επενδύσεις. Η βιομηχανία στην Ελλάδα συνέχισε να έχει μηδενικές επιδόσεις στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας έντασης γνώσης (από 0,0% το 1995 σε μόλις 0,2% το 2008) παραμένοντας σε δυσμενέστερη θέση όχι μόνο σε σχέση με την Ισπανία αλλά και έναντι της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, χώρες που βρίσκονται σε καλύτερη θέση ως προς τη δημιουργία θέσεων εργασίας έντασης γνώσης. Ωστόσο, «έγιναν και σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας με στόχο τη μείωση του κόστους προσαρμογής στην αγορά εργασίας και την προώθηση της απασχόλησης» διαπιστώνει το ΔΝΤ με ειδική αναφορά στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιταλία και την Ισπανία. Πάντως, για την Ελλάδα η εκτίμηση είναι πως έχει «μια πιο μετριοπαθή και αργή προσαρμογή».

«Μέχρι να αναστραφούν οι επιπτώσεις στην απασχόληση, δεν μπορούμε να πούμε ότι έχει τελειώσει η κρίση» τόνισε η κ. Λαγκάρντ, επισημαίνοντας ότι για τα 20 εκατομμύρια ανέργων, δύο τάσεις είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές: To υψηλό επίπεδο μακροχρόνιας ανεργίας, με τους μισούς να παραμένουν άνεργοι περισσότερο από ένα χρόνο και ο μεγάλος αριθμός νέων χωρίς απασχόληση. «Τα υψηλά ποσοστά ανεργίας εμποδίζουν την ανάπτυξη και μπορούν να υπονομεύσουν την πολιτική συναίνεση για μεταρρυθμίσεις» αναφέρεται στη Βίβλο. Ωστόσο, η «θλιβερή κατάσταση στις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας» δεν θεωρείται μόνο προϊόν της κρίσης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι πολλές χώρες καθυστέρησαν να ανταποκριθούν στην οχύρωση των αγορών τους πριν από την κρίση και δεν ανταποκρίθηκαν στις προκλήσεις όπως το έκαναν, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Κάτω Χώρες και η Γερμανία, «εφαρμόζοντας σημαντικές και εκτενείς μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τις επιδόσεις της αγοράς εργασίας και περιόρισαν το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης».

Το Ταμείο υποστηρίζει ότι μολονότι τη χρονική περίοδο 2007-2012, η Δ. Ευρώπη έχασε περίπου 4 εκατ. θέσεις εργασίας οι επιπτώσεις δεν ήταν ίδιες σε όλες τις χώρες. Σοβαρότερες ήταν οι συνέπειες «σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης με τη σχετικά αυστηρή νομοθεσία για την προστασία της απασχόλησης» εκτιμούν οι συντάκτες της έκθεσης. «Επειδή η απασχόληση για την προστασία ήταν υψηλότερη για τους εργαζόμενους με συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι επιχειρήσεις είχαν μετατοπίσει τις προσλήψεις περισσότερο προς τους προσωρινούς εργαζόμενους, επηρεάζοντας έτσι περισσότερο τους νέους και τους χαμηλής ειδίκευσης εργαζόμενους οι οποίοι καθίστανται πιο ευάλωτοι σε απώλειες θέσεων απασχόλησης ιδιαίτερα σε περιόδους ύφεσης». Αυτό, σύμφωνα με το ΔΝΤ «έδωσε λιγότερα κίνητρα στους εργοδότες για να εκπαιδεύσουν τους προσωρινά εργαζομένους, περιορίζοντας και τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη».

Η Βίβλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει ένα ενιαίο βέλτιστο μοντέλο για την αγορά εργασίας» και επαναλαμβάνει την προειδοποίηση για την ασφάλιση ανεργίας (επιδόματα) η οποία όπως αναφέρει «βοηθά τους εργαζόμενους αλλά μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλά ποσοστά απασχόλησης και υψηλότερη διάρκεια ανεργίας».