ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

‘Αποψη: Τα θεσμικά της ανάπτυξης

‘Αποψη: Τα θεσμικά της ανάπτυξης

Η ​​Ελλάδα βρίσκεται σε φάση ποιοτικής στροφής μέσα στην κρίση. Οι μακρο-οικονομικές εξελίξεις, και κατακτήσεις, είναι τέτοιες που καθιστούν ρεαλιστική επιδίωξη τον επηρεασμό και του μικρο-οικονομικού κύκλου, της καθημερινότητας των εργαζομένων και των επιχειρηματιών. Μόνο όταν αυτό που νιώθουν σήμερα οι Αγορές το νιώσει η πραγματική οικονομία θα μπορούμε να μιλάμε για ανάκαμψη. Η οποία προϋποθέτει τη μακρο-οικονομική βελτίωση αλλά απαιτεί και σειρά από θεσμικές αλλαγές και εξισορροπήσεις. Αυτή είναι η περίφημη «ανάπτυξη»: η ώρα που μετουσιώνεται μέσα από τους θεσμούς και με απτό κέρδος για τον πολίτη η βελτίωση των οικονομικών δεικτών.

1) Η ανάπτυξη και η Ευρώπη. Πλαίσιο στήριξης και μαζί αυστηρός, συχνά άδικος, επιτηρητής, η Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά αναζωογονημένη ένωση, θα συνεχίσει να αποτελεί, και μετά τα Μνημόνια, τον βασικό αιμοδότη και σύμμαχο της ελληνικής οικονομίας. Το θετικό είναι ότι τα μαθήματα της κρίσης μοιάζουν να έχουν πιάσει τόπο: η Ε.Ε. κατάλαβε ότι έληξε η φάση της ταυτόχρονης σε όλες τις χώρες λιτότητας και αναζητεί τα εργαλεία οικονομικής αλληλεγγύης, αναδιάταξης της παραγωγικής ικανότητας, διάσωσης της κοινωνικής της ταυτότητας. Στην πρώτη θέση βρίσκεται δικαιωματικά η λεγόμενη «οικονομική διακυβέρνηση», δηλαδή η εμβάθυνση της δυνατότητας συλλογικότερης και πολιτικότερης πλοήγησης της Ζώνης του Ευρώ. Κρίσιμα στοιχεία της είναι η αλλαγή στον τρόπο λήψης των αποφάσεων, η διαμόρφωση μιας άλλης φιλοσοφίας κοινοτικού προϋπολογισμού, η μετάβαση από ένα άθροισμα εθνικών προγραμμάτων σε πραγματικά ευρωπαϊκά προγράμματα σε τομείς αιχμής (παιδεία και έρευνα, νέες τεχνολογίες, ενέργεια, δίκτυα), η φυσιολογική για μια «Ενωση» πορεία προς την «αμοιβαιοποίηση» των χρεών αλλά και των αποθεμάτων. Ολα τα παραπάνω απαιτούν πολιτική βούληση και ευρείες συναινέσεις, μπορούν όμως να συντελεστούν χωρίς αλλαγή των Συνθηκών. Αυτή προβάλλεται από μεγάλους παίκτες (Γερμανία, που επιδιώκει τη «συνταγματοποίηση» των θεσμών της κρίσης) ή προωθείται από δεξαμενές σκέψης με επιρροή. Ας μου επιτραπεί να πιστεύω πως η θεωρητικά ενδιαφέρουσα «συνταγματική» συζήτηση μάλλον αποπροσανατολίζει ως προς τον στόχο της ανάπτυξης, για την οποία οι θεσμικές υποδοχές (άρθρο 136 για την οικονομική διακυβέρνηση) ή τα εργαλεία (πολιτικοποίηση της Επιτροπής, τραπεζική ένωση, διαδικασία διαμόρφωσης του προϋπολογισμού) υπάρχουν και αναμένουν την ανάλογη βούληση.

2) Η ανάπτυξη και το Σύνταγμα. Ισχύει ό,τι και για τις ευρωπαϊκές Συνθήκες. Η μετά την κρίση περίοδος χρειάζεται ανανεωμένους θεσμούς, αλλά αυτοί δεν είναι αναγκαστικό, ούτε καν πιθανό, να προέλθουν από εκτεταμένες συνταγματικές αλλαγές. Φοβούμαι ότι η συνταγματική συζήτηση, όπως άνοιξε αυτές τις ημέρες επίσημα στην Ελλάδα, είναι μαξιμαλιστική και, άρα, επίσης αποπροσανατολιστική. Η συνταγματική αναθεώρηση, για να υπηρετήσει τον στόχο της ανάκαμψης, θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα στοχευμένη. Αφενός σε αλλαγή θεσμών που η εμπειρία έδειξε ότι λειτουργούν στρεβλά ή συμβολίζουν πολιτικές παθολογίες: ευθύνη υπουργών, ασυλία βουλευτών, και, θα πρόσθετα, παρόλο που φαίνεται να ξεχάστηκε, εκσυγχρονισμό των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας. Αφετέρου σε εισαγωγή νέων θεσμών μόνον εκεί που χρειάζονται για να απελευθερώσουν δημιουργικές δυνάμεις: Συνταγματικό Δικαστήριο, απεμπλοκή της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διενέργεια εκλογών. Πολλά από τα άλλα που προτείνονται, είτε μπορούν να γίνουν χωρίς συνταγματική αλλαγή (μείωση αριθμού βουλευτών, ασυμβίβαστα και θητείες, «σφίξιμο» κυβερνητικού σχήματος, εκλογικός νόμος, εκδημοκρατισμός εσωκομματικής λειτουργίας, ταχύτερη διεκπεραίωση υποθέσεων σε δικαστικούς σχηματισμούς), είτε δεν επιτυγχάνονται μέσω του Συντάγματος (προώθηση της επιχειρηματικότητας, ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, προστασία πολιτών και πολιτιστικής ταυτότητας). Ας κρατήσουμε τις δύσκολες συναινέσεις για τα πραγματικά αναγκαία.

3) Ανάπτυξη, επιλογές και κανόνες. Αυτό που σαφώς προσδιορίζει την ουσία της ανάπτυξης είναι η μετάβαση από τις γενικότητες («πράσινη ανάπτυξη», «εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο») στις συγκεκριμένες επιλογές. Κι αυτό σημαίνει χάραξη και τήρηση σταθερού προσανατολισμού, προτεραιότητες, ρήξεις και συγκρούσεις. Η απλή παράθεση όλων των μέτρων και όλων των τομέων στους οποίους η οικονομία «θα μπορούσε και θα έπρεπε να αναπτυχθεί», δεν συνιστά σχέδιο, αλλά άρνησή του. Στη συζήτηση που γίνεται στην Ελλάδα για το Μνημόνιο δεν πήρε τη θέση που του άξιζε το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας –αντίθετα από ό,τι έγινε κυρίως στην Ιρλανδία, αλλά και στην Ισπανία, σε κάποιο βαθμό ακόμα και στην Κύπρο– δεν κατόρθωσε να συγκροτήσει και να παρουσιάσει, εντός του στενού δημοσιονομικού πλαισίου, εθνικές επιλογές και προτεραιότητες. Αν όμως θέλουμε «πρωταθλητισμό» σε κάποιους τομείς, θα πρέπει να σκεφτούμε και να δεχτούμε τις επιπτώσεις τους σε άλλους: δεν γίνεται τουρισμός χωρίς χωροταξία και χωρίς διαφορετική περιχαράκωση των σχέσεων με το περιβάλλον, όπως δεν γίνεται και επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου χωρίς άλλου είδους υποδομές και άλλου είδους διαφημιστική προσέγγιση. Απολύτως αναγκαία η εξυγίανση, διά της διπλής ανακεφαλαιοποίησης, των τραπεζών, αλλά αυτή δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε αναζήτηση της ρευστότητας αποκλειστικά μέσω των τραπεζών, όταν οι αγορές κεφαλαίου είναι πολύ πιο ευέλικτες, δίνουν πολύ πιο γρήγορα αποτελέσματα και διαθέτουν τα κατάλληλα εργαλεία και υποδοχές στη χώρα μας. Η ενίσχυση των κεφαλαιαγορών περνάει μέσα από τη δημιουργία κινήτρων, κυρίως σε επίπεδο αγοράς εργασίας και φορολογίας – όμως η ανεργία συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως νομοτέλεια και το «απλό και δίκαιο» φορολογικό σύστημα ακόμα αναζητείται. Από την άλλη, ακριβώς επειδή οι επιλογές έχουν «πολιτικό κόστος», είναι απαραίτητο η πολιτεία να πείσει ότι μπορεί να εγγυηθεί και να οργανώσει κανόνες παιχνιδιού καθαρούς και τηρούμενους από όλους. Στον τομέα δράσης μου αυτό σημαίνει ότι το άνοιγμα στις Αγορές δεν επιτρέπεται να συνδεθεί με την εντύπωση ασυδοσίας, αλλά με την ενίσχυση της εποπτείας και της προστασίας του επενδυτικού κοινού. Δύσκολες εξισώσεις, που απαιτούνται από τους δύσκολους καιρούς.

*Ο κ. Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.