ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Βρόχος για την Τράπεζα Κύπρου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Βρόχος για την Τράπεζα Κύπρου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Ενα χρόνο πριν, η Τράπεζα Κύπρου έμοιαζε περισσότερο με ένα καράβι που δεν ήξερε σε ποιο λιμάνι έπρεπε να δέσει. Η τράπεζα είχε την «τύχη» να αποτελεί το πρώτο τραπεζικό ίδρυμα που είχε ανακεφαλαιοποιηθεί με χρήματα των καταθετών του (bail in), ενώ συγχωνεύθηκε με το καλό κομμάτι μιας άλλης τράπεζας (εν προκειμένω της Λαϊκής) στην οποία χάθηκαν όλες οι καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ. Το θερμόμετρο στην Αγία Παρασκευή, στην περιοχή της Λευκωσίας όπου εδρεύει η τράπεζα, χτυπούσε «κόκκινο» όχι γιατί έμπαινε το μακρύ και τραχύ κυπριακό καλοκαίρι, αλλά γιατί έπρεπε να αντιμετωπιστεί μια θάλασσα από εκκρεμότητες: ορισμός μεταβατικής διοίκησης, σύνταξη νέου ισολογισμού, οριστικοποίηση ποσοστού «κουρέματος», σύνταξη νέου μετοχολογίου, δημοσίευση αποτελεσμάτων, γενική συνέλευση της νέας τραπεζικής οντότητας που προέκυψε με τα χρήματα των καταθετών, εκλογή διοικητικού συμβουλίου από τους νέους μετόχους και ορισμός νέας εκτελεστικής διοίκησης.

Ολες οι ανωτέρω εκκρεμότητες που άφησε το «κούρεμα» περαιώθηκαν, αλλά αυτό δεν αρκούσε για να ανακτηθεί πλήρως η εμπιστοσύνη προς την τράπεζα. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: α) στο ίδρυμα παραμένουν δεσμευμένες καταθέσεις που δεν «κουρεύτηκαν», β) το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει μεγάλο. Σε επίπεδο Ευρώπης δεν υπάρχει άγχος για το αποτέλεσμα των stress test των κυπριακών συστημικών τραπεζών (το stress test της Pimco έγινε με την υπόθεση ότι τα μη εξυπηρετούμενα θα ανέλθουν στο 75%), αλλά η Τράπεζα Κύπρου μοιάζει πιο αδύναμη σε σχέση με τις άλλες δύο συστημικές τράπεζες. Η Ελληνική Τράπεζα δεν χρειάστηκε τελικά κρατική στήριξη, αλλά προσείλκυσε ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ ο συνεταιριστικός τομέας κρατικοποιήθηκε. Το περασμένο φθινόπωρο κοινοτικές πηγές εξέφραζαν στην «Κ» την άποψη ότι η είσοδος ιδιωτών θα αποτελούσε την καλύτερη λύση: και θα έμπαινε φρέσκο χρήμα, ώστε η τράπεζα να έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε νέες χρηματοδοτήσεις και (κυρίως) αν θα στέλνονταν μήνυμα εμπιστοσύνης.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Τρ. Κύπρου, Τζον Χούρικαν, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντά του αναζητούσε τρόπους εκτόνωσης της πίεσης που ασκούν τα μη εξυπηρετούμενα. Τα «κόκκινα» δάνεια αποτελούν ένα συνολικό πρόβλημα για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα, καθώς ανέρχονται σε περίπου 26,5 δισ. ευρώ, κοντά στο 50%. Μάλιστα το κυπριακό μνημόνιο έχει επιβάλει τη δημιουργία χωριστών τμημάτων ανάκτησης δανείων – κάτι σαν εσωτερική «bad bank».

Στην Τράπεζα Κύπρου η HSBC ανέλαβε να βρει λύσεις, καθώς στην Κύπρου υπάρχει το πρόσθετο πρόβλημα της υπερέκθεσης σε επιχειρήσεις ανάπτυξης γης. Η HSBC έχει επεξεργαστεί σενάριο μεταφοράς των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μια νέα οντότητα –είτε «κακή» τράπεζα με τη μορφή κτηματικής – αναπτυξιακής, είτε εταιρεία διαχείρισης ακινήτων– ενώ έχει εντοπίσει και ιδιώτες επενδυτές, ως επί το πλείστον hedge fund, τα οποία εξέφρασαν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν σε μια ενδεχόμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Τελικές αποφάσεις δεν υπάρχουν, καθώς εντός του διοικητικού συμβουλίου υπάρχει προβληματισμός.

Σε ό,τι αφορά το ύψος της αύξησης, πληροφορίες μιλούν για άντληση ενός ποσού μεταξύ 500 εκατ. ευρώ έως και 2 δισ. ευρώ, μέσω της έκδοσης Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου, τα οποία θα μπορούν να ενισχύουν τα Βασικά Ιδια Κεφάλαια, ανά πάσα στιγμή, με τη μετατροπή τους σε μετοχές.

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση θα δώσει σημαντικές ανάσες στην τράπεζα, επιτρέποντας το ταχύτερο ξεκαθάρισμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με την εγγραφή ακόμη πιο ρεαλιστικών προβλέψεων, ενώ θα επιταχυνθεί και η επιστροφή της τράπεζας στο χρηματιστηριακό ταμπλό.

Το όλο εγχείρημα στηρίζεται από τις αρχές –Κεντρική Τράπεζα και υπουργείο Οικονομικών- ενώ θετική είναι και η τρόικα. Οι διεθνείς δανειστές της Κύπρου δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι ανεξάρτητα από το τι θα γίνει, ο βασικός στόχος, η ανάκτηση όσο το δυνατόν μεγαλύτερων ποσών από τα μη εξυπηρετούμενα. Προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχει πίεση για απλοποίηση των διαδικασιών εκποιήσεων περιουσιακών στοιχείων (σήμερα απαιτείται μια δεκαετία για να προχωρήσει ένας πλειστηριασμός) και διαχείρισης των αφερέγγυων δανειοληπτών.