ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στήριξη μέσω Φρανκφούρτης στην Αθήνα

ecb1234
s19_daneia_1905

Για το μεγάλο βήμα, με στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας και την αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας, προετοιμάζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), εξέλιξη που θα έχει εξαιρετικά θετική επίδραση για τη χώρα μας.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, αμέσως μετά τις ευρωεκλογές, πιθανότατα στη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου, η ΕΚΤ εκτιμάται ότι θα υιοθετήσει μια σειρά «επιθετικών» μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης, δηλαδή τη διοχέτευση ρευστότητας στις οικονομίες της Ευρωζώνης. Πρόκειται για ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για την Ελλάδα καθώς θα μειωθεί το κόστος του χρήματος για τις εγχώριες τράπεζες, θα βελτιωθεί περαιτέρω η ρευστότητα ενώ θα ενισχυθεί το επενδυτικό κλίμα.

Η ΕΚΤ, εφόσον επιδεινωθούν οι μεσοπρόθεσμες εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας, ειδικά για την εξέλιξη του πληθωρισμού, θα προχωρήσει σε μια σειρά ενεργειών που περιλαμβάνει: τη μείωση του βασικού επιτοκίου, «ενέσεις» ρευστότητας σε τρίμηνη βάση ενώ για πρώτη φορά θα θεσπίσει αρνητικό επιτόκιο για όσες τράπεζες επιστρέφουν υπό μορφή κατάθεσης την πλεονάζουσα ρευστότητά τους στην ΕΚΤ. Σύμφωνα με στελέχη εγχώριων τραπεζών, πρόκειται για κίνηση μεγάλης σημασίας που θα δώσει ώθηση στις οικονομίες, ειδικά των περιφερειακών χωρών όπως η Ελλάδα. Οπως σημειώνουν, η δυναμική παρέμβαση της ΕΚΤ θα μεταδώσει ένα ισχυρό μήνυμα, κάτι που αναμένεται ότι θα ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να προχωρήσουν σε επενδύσεις και σε επιχειρηματικές κινήσεις που είναι απαραίτητες για την αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Αναλυτικότερα, το πλέγμα μέτρων της ΕΚΤ περιλαμβάνει:

• Μείωση βασικού επιτοκίου. Σήμερα το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ διαμορφώνεται στο 0,25%. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αναλυτών, το επιτόκιο θα περικοπεί κατά 10 μονάδες βάσης (0,10%) και θα διαμορφωθεί στο 0,15% που αποτελεί το χαμηλότερο σημείο στην ιστορία της ΕΚΤ. Υπενθυμίζεται ότι τον Οκτώβριο του 2008 το επιτόκιο βρίσκονταν στο 3,75%, τον Μάιο του 2009 είχε συρρικνωθεί στο 1% -στο πλαίσιο των ενεργειών για την ανάσχεση των επιπτώσεων της χρηματοπιστωτικής κρίσης- ενώ τον Ιούλιο του 2012 είχε μειωθεί στο 0,75%. Το 2013 η ΕΚΤ προχώρησε σε δύο μειώσεις, κατά 0,25% εκάστη, και τον περασμένο Νοέμβριο διαμορφώθηκε στο 0,25%.

• Ενέσεις ρευστότητας. Η ΕΚΤ σχεδιάζει σε τακτική βάση, κάθε τρεις μήνες, να διοχετεύει ρευστότητα στις εμπορικές τράπεζες. Ωστόσο η μεγάλη διαφορά, σε σχέση με αντίστοιχες προηγούμενες κινήσεις, είναι ότι η ΕΚΤ θα βάλει φραγμό στην αγορά κρατικών ομολόγων με στόχο τη διοχέτευση ρευστότητας σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

• Αρνητικό επιτόκιο καταθέσεων. Σήμερα το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, δηλαδή το επιτόκιο με το οποίο οι εμπορικές τράπεζες καταθέτουν την πλεονάζουσα ρευστότητά τους στην ΕΚΤ, είναι μηδενικό. Η ΕΚΤ σχεδιάζει για πρώτη φορά να διαμορφώσει το παραπάνω επιτόκιο σε αρνητικό επίπεδο, δηλαδή οι τράπεζες να «πληρώνουν» την ΕΚΤ για ρευστότητα που δεν χρησιμοποιούν και την καταθέτουν στο ευρωσύστημα.

Πρόκληση η ανατροπή των «κόκκινων» δανείων

Η «αναχαίτιση» των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση για τις τράπεζες καθώς η εξέλιξη των «κόκκινων» δανείων θα καθορίσει την επόμενη ημέρα του κλάδου. Σύμφωνα με στελέχη τραπεζών, όσο πιο γρήγορα η οικονομία περάσει σε θετικό έδαφος, τόσο γρηγορότερα θα δούμε και την αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ηδη τα τελευταία τρίμηνα καταγράφεται μια σημαντική μείωση στον ρυθμό δημιουργίας νέων «κόκκινων» δανείων, αποτέλεσμα τη σταθεροποίησης της οικονομίας. Ωστόσο η εικόνα παραμένει εξαιρετικά αρνητική: σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανέρχεται στο 31,2% που αντιστοιχεί σε «κόκκινα» δάνεια ύψους 67 δισ. ευρώ. Αναλυτικά στα στεγαστικά οι καθυστερήσεις διαμορφώνονται στο 25,8%, στα επιχειρηματικά στο 31,2% ενώ στα καταναλωτικά στο 45,8%. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών τραπεζών, στο τέλος του περασμένου Μαρτίου τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια διαμορφώθηκαν κοντά στο 35%. Οι τράπεζες εκτιμούν ότι η άνοδος των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα συνεχιστεί και τους επόμενους μήνες και θα βρεθούν στο υψηλότερο σημείο το φθινόπωρο της φετινής χρονιάς. Ανάλογα με την πορεία της οικονομίας οι τράπεζες εκτιμούν ότι είτε από το τρίμηνο του 2014, σύμφωνα με το θετικό σενάριο, είτε από το πρώτο τρίμηνο του 2015, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα αρχίσει να μειώνεται.