ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν με τα «αγκάθια» να παραμένουν ανοιχτά

Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν με τα «αγκάθια»  να παραμένουν ανοιχτά

Ενα μήνα και τρείς ημέρες μετά την αναχώρησή τους από την Αθήνα, οι επικεφαλής των θεσμών επιστρέφουν σήμερα για να πιάσουν δουλειά από αύριο. Οι διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση ξεκινούν με στόχο να καταλήξουν σε συμφωνία το ταχύτερο δυνατόν, αλλά οι διαφορές που υπήρχαν κατά την αναχώρηση των δανειστών από την Ελλάδα, παραμένουν. Τόσο μεταξύ Αθήνας και τρόικας, όσο και στο εσωτερικό της ίδιας της τρόικας.

Τα μεγάλα «αγκάθια» που θα κληθούν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές να «κλείσουν» για να ολοκληρωθεί επιτυχώς ο πρώτος έλεγχος του προγράμματος έχουν να κάνουν με την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού έως το 2018, τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, την αλλαγή του φορολογικού καθεστώτος (κυρίως της φορολογίας εισοδήματος), τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, τη δημιουργία του νέου ταμείου αποκρατικοποιήσεων και την ανεξαρτησία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ).

Σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό κενό, σύμφωνα με πληροφορίες, καμία από τις εκτιμήσεις των εμπλεκόμενων φορέων δεν συμπίπτει. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) τηρεί την πιο αυστηρή στάση, υποστηρίζοντας ότι για να επιτευχθεί ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το 2018 θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να λάβει νέα μέτρα της τάξης του 4-5% του ΑΕΠ ή 7,5-9 δισ. ευρώ. Η Κομισιόν εκτιμά ότι το ύψος των νέων μέτρων περιορίζεται στα επίπεδα του 3% του ΑΕΠ (περίπου 5,5 δισ. ευρώ), ενώ η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι το μέγεθος αυτό είναι μικρότερο. Υπενθυμίζεται ότι στο μνημόνιο που υπογράφηκε τον Αύγουστο, προβλέπεται η λήψη νέων μέτρων ύψους 1% του ΑΕΠ για τη διετία 2017-2018, ενώ ΔΝΤ και Κομισιόν έχουν ζητήσει νέα μέτρα και για φέτος. Πάντως, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η διαπραγμάτευση για το δημοσιονομικό κενό, καταγράφεται σύγκλιση απόψεων μεταξύ Αθήνας και Κομισιόν. Οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το κενό μέχρι και το 2018 είναι κοντά στο 3% του ΑΕΠ. Ποσοστό το οποίο μειώνεται στο 1,8% του ΑΕΠ κατά την Κομισιόν και κοντά στο 1,5% του ΑΕΠ κατά το οικονομικό επιτελείο, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστούν πλήρως τα όσα έχουν συμφωνηθεί για το ασφαλιστικό και τη φορολογία εισοδήματος.

Επίσης, αν η Αθήνα υλοποιήσει και τα μέτρα που έχουν συμφωνηθεί, αλλά ακόμα δεν έχουν εφαρμοστεί (αύξηση της φορολόγησης των εσόδων από τα ενοίκια, περικοπή αμυντικών δαπανών, φορολόγηση VLT’s, κ.λπ.), τότε το κενό μειώνεται περαιτέρω. Μάλιστα, στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι η ανάγκη για νέα μέτρα υποχωρεί σε επίπεδα ελαφρώς χαμηλότερα του 1% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, με την «αριθμητική» αυτή δεν συμφωνεί το ΔΝΤ. Μέχρι στιγμής, το Ταμείο «βλέπει» πολλούς κινδύνους στην εφαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων και για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων (που είναι συνδεδεμένοι με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους) ζητεί πολλά νέα μέτρα. Ενδεικτικό της απόστασης που χωρίζει το Ταμείο από την Αθήνα και την Κομισιόν είναι ότι το ΔΝΤ θεωρεί πως το 2015 ο προϋπολογισμός έκλεισε με πρωτογενές έλλειμμα 0,6% του ΑΕΠ έναντι στόχου για έλλειμμα 0,25% του ΑΕΠ, ενώ η ελληνική κυβέρνηση εκτιμά ότι καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 0,2% του ΑΕΠ. Πρόβλεψη την οποία δεν αμφισβητεί εντόνως η Κομισιόν. Το τι έγινε, όμως, πέρυσι, θα είναι γνωστό στις 20 με 25 Μαρτίου, λίγο πριν από την αναγκαστική διακοπή (σε περίπτωση που δεν έχουν ολοκληρωθεί) των διαπραγματεύσεων για το Πάσχα των Καθολικών.