ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στο τραπέζι περικοπές σε κύριες και επικουρικές άνω των 1.300 ευρώ

Στο τραπέζι περικοπές σε κύριες και επικουρικές άνω των 1.300 ευρώ

Στα 1.300 ευρώ άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης ρίχνει πλέον τον πήχυ προστασίας των συνταξιούχων το υπουργείο Εργασίας, μετά την ισχυρή άρνηση των πιστωτών για αύξηση των εισφορών κατά 1,5 μονάδα. Αν και στο υπουργείο Εργασίας επιμένουν πως παραμένει «κόκκινη γραμμή» η προστασία των κύριων συντάξεων, πλέον συζητούν επίσημα το ενδεχόμενο μεγάλων μειώσεων στις επικουρικές. Και θέτουν ως «δίχτυ ασφαλείας» τα 1.300 ευρώ.

Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου στον ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο» ότι «δεν πρόκειται να υπάρξουν μειώσεις στο άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης κάτω από τα 1.300 ευρώ. Αυτό θα το εγγυηθούμε σε κάθε περίπτωση». Ο υπουργός Εργασίας διευκρίνισε πως οι περικοπές στις επικουρικές θα γίνουν με βάση τον κανόνα της ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών. «Στις επικουρικές δεν είναι μόνο το ζήτημα του ύψους αλλά και του συντελεστή αναπλήρωσης. Πολύ υψηλές συντάξεις που αντιστοιχούσαν σε πολύ υψηλές εισφορές δεν είναι άδικο να υπάρχουν. Αδικο είναι κάποιος που πλήρωνε λίγες εισφορές να πάρει σύνταξη μεγαλύτερη από κάποιον που πλήρωνε περισσότερες», επεσήμανε.

Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Κ», το σχέδιο Β του υπουργείου Εργασίας για μεγάλες μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις, που σύμφωνα με ειδικούς μεσοσταθμικά μπορεί να προσεγγίζουν και το 20%, βγήκε από το συρτάρι, καθώς οι εκπρόσωποι των θεσμών απέρριψαν την Τετάρτη τη λογική και όχι μόνο το προτεινόμενο ποσοστό αύξησης των εισφορών στη μισθωτή απασχόληση. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκπρόσωπος των δανειστών, που γνωρίζει πολύ καλά το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, ζήτησε από την ηγεσία του υπουργείου να προχωρήσει σε περικοπές 30 – 35 ευρώ ανά επικουρική σύνταξη, προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα του ΕΤΕΑ, που για το τρέχον έτος εκτιμάται στα 600 εκατ. ευρώ. Εάν αυτό δεν καλυφθεί από την αύξηση των εισφορών έστω κατά 1 μονάδα (η αρχική πρόταση της κυβέρνησης ήταν για 1,5 μονάδα), τότε το «μαχαίρι» στις επικουρικές ενδέχεται να αφορά και συντάξεις κάτω των 170 ευρώ. Η προϋπόθεση που θέτει πλέον το υπουργείο είναι, μετά τις περικοπές, το συνολικό εισόδημα από συντάξεις να μην είναι κάτω από 1.300 ευρώ. Παράλληλα, οι δανειστές έθεσαν μετ’ επιτάσεως το θέμα της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος, ζητώντας να υπάρχει στο υπό κατάρτιση σχέδιο νόμου μόνιμος μηχανισμός περικοπών στην περίπτωση ελλειμμάτων.

Στην πρώτη γραμμή των υποψήφιων «θυμάτων» βρίσκονται συνταξιούχοι που αποχώρησαν με υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης, συχνά αναντίστοιχα με τις εισφορές που είχαν καταβάλει. Πρόκειται κυρίως για πρώην εργαζόμενους σε ΔΕΚΟ, δήμους και ασφαλιστικά ταμεία, μισθωτούς του ΕΤΕΑΜ που συνταξιοδοτήθηκαν μετά το 2005, πρώην υπαλλήλους ναυτικών πρακτορείων υπάλληλοι ναυτικών πρακτορείων κ.ά.

Αναλυτικότερα, οι μεγαλύτερες μειώσεις αναμένεται να επιβληθούν στους συνταξιούχους από τράπεζες (ΕΤΑΤ) και ναυτικά και τουριστικά πρακτορεία (ΤΕΑΥΝΤΠ). Αναλυτικά, οι συνταξιούχοι στο τ. ΤΕΑΥΝΤΠ πλήρωναν εισφορές της τάξης του 8% και συνταξιοδοτήθηκαν με αναπλήρωση μισθού της τάξης του 47%. Αντίστοιχα οι τραπεζοϋπάλληλοι πλήρωναν εισφορές μέχρι 9% και έφυγαν με επικουρικές που έχουν ποσοστό αναπλήρωσης 40% – 50% στον συντάξιμο μισθό τους.

Να σημειωθεί ότι σήμερα, με εισφορά 6%, το ποσοστό αναπλήρωσης του συντάξιμου μισθού κυμαίνεται μεταξύ 20% και 25%. Στο σχέδιο του υπουργείου Εργασίας που έχει κατατεθεί στους θεσμούς, εκτιμάται ότι για 40 έτη ασφάλισης, το ποσοστό αναπλήρωσης κινείται πέριξ του 18%. Μειώσεις θα πρέπει να περιμένουν στις επικουρικές τους συντάξεις και οι υπάλληλοι εμπορικών καταστημάτων (ΤΕΑΥΕΚ), καθώς το ποσοστό αναπλήρωσης ήταν στο 32%, οι ασφαλισμένοι στο ΤΕΑΠΟΚΑ και στις ΔΕΚΟ με ποσοστό έως και 30% και στο ΕΤΕΑΜ με ποσοστό επίσης κοντά στο 30%.