ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τέσσερα ανοιχτά μέτωπα για να κλείσει το ασφαλιστικό

Τέσσερα ανοιχτά μέτωπα για να κλείσει το ασφαλιστικό

Η αύξηση των εισφορών, το μέγεθος των μειώσεων στις επικουρικές συντάξεις, τα ποσοστά αναπλήρωσης βάσει των οποίων θα υπολογίζονται οι νέες συντάξεις αλλά και το τελικό ποσό της εθνικής σύνταξης είναι τα τέσσερα σημεία που χωρίζουν την ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές στο θέμα του ασφαλιστικού. Οι συγκλίσεις που καταγράφηκαν κατά τον δεύτερο κύκλο της διαπραγμάτευσης, ο οποίος ολοκληρώθηκε την Κυριακή χωρίς απτό αποτέλεσμα, δεν φαίνονται ικανές να «κλειδώσουν» τη συμφωνία, άμα τη επιστροφή των επικεφαλής του κουαρτέτου των δανειστών στην Αθήνα, καθώς οι διαφορές που χωρίζουν τις δύο πλευρές παραμένουν σημαντικές. Απαιτούνται μεγάλες υποχωρήσεις προκειμένου να κλείσουν τα ανοιχτά μέτωπα, σε ένα δύσκολο περιβάλλον, καθώς, σύμφωνα με παράγοντες του υπουργείου Εργασίας, κατά τη διάρκεια των προηγούμενων συναντήσεων εκπρόσωποι των δανειστών –κυρίως του ΔΝΤ αλλά όχι μόνον αυτού– προέβαλαν υπερβολικές απαιτήσεις, οι οποίες όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος είναι «εκτός μνημονιακών δεσμεύσεων και συμβατικών υποχρεώσεων» της χώρας.

Στον πυρήνα της διαφωνίας κυβέρνησης – πιστωτών βρίσκεται το πόσο αναλογικό ή αναδιανεμητικό υπέρ των χαμηλόμισθων θα είναι το νέο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Οι εκπρόσωποι των δανειστών αξιώνουν μεγαλύτερη αναλογικότητα εισφορών – παροχών καθώς και χαμηλότερες συντάξεις για όσους συνταξιοδοτούνται με λίγα έτη ασφάλισης. Στον αντίποδα, η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας επιδιώκει τη θεσμοθέτηση ενός περισσότερο αναδιανεμητικού συστήματος, προς όφελος των χαμηλών στρωμάτων. Μάλιστα, σε αυτή την προσπάθεια αναδιανομής από τους υψηλόμισθους στους χαμηλόμισθους, βάσει της αρχικής πρότασης του υπουργείου, το νέο σύστημα εμφανιζόταν δυσανάλογα γενναιόδωρο σε όσους είχαν 15 με 25 έτη ασφάλισης. Γεγονός που αποδέχθηκε να τροποποιήσει ο κ. Κατρούγκαλος, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της προηγούμενης εβδομάδας. Οι νέες βελτιωμένες προτάσεις του υπουργείου, βέβαια, δεν φάνηκαν ικανές να γεφυρώσουν τις διαφορές, καθώς οι δανειστές και κυρίως το ΔΝΤ θέλουν αναπλήρωση στο 0,45% – 0,60% στη 15ετία με εθνική σύνταξη 340 ή 320 ευρώ, όταν η αρχική ελληνική πρόταση έδινε εθνική σύνταξη 384 και αναπλήρωση 0,80%. Μάλιστα, στο σημείο αυτό έγινε και η δεύτερη υποχώρηση από την ελληνική πλευρά, καθώς πλέον το υπουργείο δέχεται ότι η εθνική σύνταξη των 384 ευρώ θα δίνεται μόνο μετά τη συμπλήρωση των 20 ετών ασφάλισης. Μεταξύ 15 και 20 ετών, το υπουργείο συζητεί κλιμακωτές μειώσεις από 10% έως 2% για κάθε έτος λιγότερο από τα 20, ώστε η εθνική σύνταξη να μην πέφτει κάτω από 345,5 ευρώ (για τη 15ετία).

Κατά τις διαπραγματεύσεις των προηγούμενων ημερών αναδείχθηκε άλλη μία σημαντική διαφωνία που χωρίζει τις δύο πλευρές και αφορά τις εισφορές. Η διαφωνία για την αύξηση των εισφορών, παρότι είναι πιο έντονη από το ΔΝΤ, εκφράζεται και από την πλευρά των Ευρωπαίων πιστωτών, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας. Αν και η κυβέρνηση εμφανίστηκε διατεθειμένη να δεχθεί περικοπές στις επικουρικές (με «δίχτυ προστασίας» τα 1.400 ευρώ άθροισμα κύριας κι επικουρικής), επιμένει στην έστω και μικρότερη αύξηση των εισφορών (π.χ. μιας ποσοστιαίας μονάδας). Εάν οι δανειστές απορρίψουν την αύξηση, οι περικοπές των επικουρικών θα πρέπει να αγγίξουν τα 600 εκατ. ευρώ.

Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να ξεκινήσουν στις 4 Απριλίου με στόχο να έχουν ολοκληρωθεί ώς το Euroworking Group της 11ης Απριλίου. Μέχρι τότε θα συνεχιστούν οι συζητήσεις σε τεχνικό επίπεδο, ενώ αν χρειαστεί θα γίνουν και τηλεδιασκέψεις με τους επικεφαλής.