ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναζητούν νέους φόρους 900 εκατ. για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό

Αναζητούν νέους φόρους 900 εκατ. για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό

Μέτρα της τάξεως των 900 εκατ. ευρώ (0,5% του ΑΕΠ) αναζητεί η κυβέρνηση για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό της διετίας 2017-2018 και να διαμορφωθούν οι συνθήκες για να μπορέσει το Eurogroup της 22ας Απριλίου να λάβει αποφάσεις για τη συνέχεια του προγράμματος.

Το οικονομικό επιτελείο και οι δανειστές αναζητούν το ποσό αυτό από την έμμεση κυρίως φορολογία και την αύξηση υφιστάμενων φόρων. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σκέψεις για εξεύρεση των απαραίτητων πόρων από την άμεση φορολογία (τη φορολογία εισοδήματος).

Σύμφωνα με πληροφορίες, η τρόικα ζητεί μέτρα άμεσης απόδοσης που να διασφαλίζουν την επίτευξη των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι από το σκέλος των συντάξεων θα μπορούσε με κάποιες επιπλέον περικοπές να εξασφαλιστεί το απαραίτητο δημοσιονομικό όφελος. Πάντως, για την κυβέρνηση –εάν χρειαστεί να επιστρέψουν στις επιλογές για επιπλέον περικοπή συντάξεων ή αύξηση της άμεσης φορολογίας– το πιθανότερο είναι να ακολουθηθεί ο δεύτερος δρόμος. Αντίθετα, ελάχιστες προσπάθειες γίνονται από το σκέλος των δαπανών. Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης προσπαθεί να προωθήσει την επανεξέταση των δημοσίων δαπανών, με τη βοήθεια τεχνοκρατών από το βρετανικό υπουργείο Οικονομικών, αλλά προς το παρόν οι Ελληνες συνάδελφοί του εμφανίζονται απρόθυμοι να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Δεδομένης της απροθυμίας της κυβέρνησης να περικόψει δαπάνες, οι εκπρόσωποι της τρόικας φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής θα γίνει από το σκέλος των εσόδων. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η αύξηση φόρων έχει μεγαλύτερη επίπτωση στην ανάπτυξη απ’ όσο η περικοπή δαπανών, με αποτέλεσμα να είναι μεγαλύτερος ο όγκος των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για να επιτευχθεί το απαιτούμενο καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση θα πρέπει στο Eurogroup της 22ας Απριλίου να παρουσιάσει μέτρα ύψους 3% του ΑΕΠ (περί τα 5,4 δισ. ευρώ) τουλάχιστον, ώστε να μην μπλοκάρουν οι διαπραγματεύσεις με ευθύνη της ελληνικής πλευράς. Το ποσό αυτό έχει αρχικώς συμφωνηθεί να προέλθει ως εξής:

• 1% του ΑΕΠ ή 1,8 δισ. ευρώ από τις αλλαγές στο ασφαλιστικό. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι προτάσεις του υπουργού Εργασίας, Γ. Κατρούγκαλου, έχουν δημοσιονομικό όφελος φέτος της τάξης του 1,2% του ΑΕΠ και μέχρι το 2018 το όφελος φθάνει στο 1,6% του ΑΕΠ. Σε αυτά τα μεγέθη περιλαμβάνεται τόσο η πρόταση για περικοπή των επικουρικών συντάξεων κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ, καθώς και η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα, συνολικά.

• 1% του ΑΕΠ από τις αλλαγές στη φορολογία εισοδήματος. Αρμόδιοι παράγοντες αναφέρουν ότι από τη νέα κλίμακα που προτείνει η Αθήνα για τη φορολογία εισοδήματος και από τη νέα κλίμακα για την εισφορά αλληλεγγύης προκύπτουν επιπλέον έσοδα 1,8 δισ. ευρώ.

• 1% του ΑΕΠ από άλλα μέτρα, κυρίως φορολογικά. Οι δανειστές έχουν προτείνει ένα πακέτο μέτρων που φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά οι παρεμβάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό δεν γίνονται αποδεκτές στο σύνολό τους από την κυβέρνηση. Για παράδειγμα, η τρόικα έχει προτείνει μεταξύ άλλων την αύξηση του ΦΠΑ σε ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ και πολιτισμό, αλλά η Αθήνα τα έχει απορρίψει ως μέτρα. Αντιθέτως, το οικονομικό επιτελείο επεξεργάζεται μέτρα όπως η αύξηση του ΕΝΦΙΑ για την μεγάλη ακίνητ περιουσία κατά 200 εκατ. ευρώ (τουλάχιστον), η αύξηση των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης (και όχι συνολικά στα καύσιμα που προτείνουν οι θεσμοί), η επιβολή φόρου στη συνδρομητική τηλεόραση, η αύξηση της φορολογίας στην κινητή τηλεφωνία, η αύξηση του ΦΠΑ σε εφημερίδες και περιοδικά, η επιπλέον φορολογική επιβάρυνση των οχημάτων κ.ά. Παρ’ όλα αυτά, τα μέτρα που εξετάζει η Αθήνα αυτή τη στιγμή δεν αποδίδουν 1% του ΑΕΠ, αλλά περίπου 0,5% του ΑΕΠ και παραμένει ένα κενό της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ ή 900 εκατ. ευρώ. Και για να καλυφθεί το κενό αυτό, δεν μπορεί σήμερα να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αναζητηθούν επιπλέον έσοδα από τη φορολογία εισοδήματος.