ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θα ψηφιστούν μέτρα 5,4 δισ., αλλά μπορεί να μην εφαρμοστούν

Θα ψηφιστούν μέτρα 5,4 δισ., αλλά μπορεί να μην εφαρμοστούν

Ρήτρα μη εφαρμογής των μέτρων που θα ψηφιστούν επιδιώκει η κυβέρνηση να εντάξει στα νομοσχέδια που θα περάσουν από τη Βουλή, στο πλαίσιο της έγκρισης της συμφωνίας με τους δανειστές για την κάλυψη του δημοσιονομικού κενού. Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, κ. Μ. Ομπστφελντ, έδειξε χθες ότι υπάρχει πρόθεση για χαλαρότερους δημοσιονομικούς στόχους σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα λόγω της αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης, αλλά ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η Ευρωζώνη στην ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Γ. Χουλιαράκης, δήλωσε χθες στη Βουλή πως αν η πορεία των εσόδων είναι καλύτερη από αυτή που προβλέπεται, τότε «αρκετά από αυτά τα μέτρα δεν θα υλοποιηθούν. Θα νομοθετηθούν αλλά δεν θα υλοποιηθούν». Στη δευτερολογία του, και αφού κλήθηκε να διευκρινίσει εάν η κυβέρνηση θα ψηφίσει μέτρα και μετά δεν θα τα εφαρμόσει, ξεκαθάρισε ότι «αν τα έσοδα υπερβαίνουν τους στόχους, δημιουργείται χώρος ώστε κάποια μέτρα που θα ψηφίσουμε τώρα τελικά να μην εφαρμοστούν».

Σύμφωνα με πληροφορίες, την ιδέα αυτή είχε το οικονομικό επιτελείο. Η Κομισιόν εμφανίζεται θετική σε αυτό το ενδεχόμενο και απομένει να αποδειχθεί στην πράξη αν θα περιληφθεί η συγκεκριμένη ρήτρα στα νομοσχέδια και στο επικαιροποιημένο μνημόνιο. Από τις δηλώσεις του κ. Χουλιαράκη, πάντως, προκύπτει ότι αυτή η ιδέα θα γίνει και πράξη, σε μία προφανή προσπάθεια να έχει η κυβέρνηση κάποια επιχειρήματα για την ψήφιση των σκληρών μέτρων που έρχονται.

Οπως δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός, η κυβέρνηση θα πρέπει στο προσεχές διάστημα να υιοθετήσει μέτρα συνολικού ύψους 5,4 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 3,6 δισ. θα προέλθουν από τη φορολογία (άμεση και έμμεση) και τα υπόλοιπα 1,8 δισ. ευρώ από τις αλλαγές στο ασφαλιστικό. Ωστόσο, αν αποδειχθεί στην πορεία ότι η οικονομία «τρέχει» καλύτερα από ό,τι αναμένεται και το ίδιο συμβαίνει και με τον προϋπολογισμό, τότε κάποια από τα φορολογικά μέτρα δεν θα χρειαστεί να εφαρμοστούν το 2017 και το 2018. Μάλιστα, ο κ. Χουλιαράκης εκτίμησε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει από την αύξηση των εσόδων που θα προέλθουν από την επίτευξη συμφωνίας με τον ΟΠΑΠ, τη βελτίωση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ, την πάταξη του λαθρεμπορίου και της φοροδιαφυγής.

Η πιθανή υποχώρηση της τρόικας –να δεχθεί μία τέτοια ρήτρα– αποτελεί τη «χρυσή τομή» μεταξύ των δύο πλευρών. Η κυβέρνηση είναι σαφές ότι θα έχει μεγάλο πολιτικό κόστος από την ψήφιση ενός τόσο σκληρού πακέτου και για τον λόγο αυτό πιθανόν να αποδεχθούν την εν λόγω ρήτρα. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι δανειστές δεν θα δέχονταν να κλείσει ο έλεγχος χωρίς να ψηφιστούν μέτρα συνολικού ύψους 5,4 δισ. ευρώ. Οπότε και η κυβέρνηση θα το πράξει για να είναι έτοιμα τα μέτρα και να μην απαιτείται η νομοθέτησή τους τα επόμενα χρόνια, εφόσον κριθούν απαραίτητα για να μην εκτροχιαστεί ο προϋπολογισμός.

Πάντως, τα μέτρα που έρχονται θα είναι σκληρά, με τον κ. Χουλιαράκη να υποστηρίζει πως η χώρα βρίσκεται ακόμα σε καθεστώς δημοσιονομικής προσαρμογής και το ζήτημα είναι αυτή να επιτευχθεί με κατανομή του κόστους με κοινωνικά δίκαιο τρόπο.

Σε ό,τι αφορά την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ο αναπληρωτής υπουργός ανέφερε ότι μόλις ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, ένα σημαντικό μέρος των οφειλών θα αποπληρωθεί, ενώ στόχος είναι έως το τέλος του 2016 να έχουν εξοφληθεί πλήρως τα 7 δισ. ευρώ των ληξιπρόθεσμων χρεών του Δημοσίου.

Από την πλευρά του, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, κ.Ομπστφελντ, σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο χαλάρωσης των βραχυπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων, αλλά όχι των μεταρρυθμίσεων. «Οι προσφυγικές ροές δεν θα διαρκέσουν για πάντα. Τα ελληνικά δημοσιονομικά αποτελούν, αντίθετα, ένα μακροπρόθεσμο ζήτημα. Για να έχει η Ελλάδα επιτυχία, θα πρέπει να εξυγιάνει τα δημοσιονομικά της. Λαμβάνοντας υπόψη το υψηλό κόστος των συντάξεων, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα επιτευχθεί εξυγίανση στα δημοσιονομικά χωρίς μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού» υποστήριξε και πρόσθεσε πως «βραχυπρόθεσμα μπορεί να υπάρξει ελαστικότητα στους στόχους του προϋπολογισμού. Περιορισμός δαπανών και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παραμένουν ωστόσο απαραίτητες, όπως άλλωστε και μια διαγραφή χρέους».