ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η έρευνα και η αριστεία

Αποψη: Η έρευνα και η αριστεία

Ε​​ίναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, η καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και η εγκαθίδρυση της διαφάνειας και της αξιοκρατίας συνιστούν όχι μόνον αναγκαία συνθήκη για την αποτελεσματική λειτουργία του δημόσιου τομέα αλλά και εμφατικό ζητούμενο από ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, πέραν πολιτικών πεποιθήσεων.

Δυστυχώς για τη χώρα μας, η αναξιοκρατία είναι από τα μεγαλύτερα «αγκάθια» σε όλους σχεδόν τους τομείς άσκησης πολιτικής. Σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής ή της οικονομίας και όπου απαιτείται αξιολόγηση, είτε αυτή αφορά την επίδοση εκπαιδευτικών και πανεπιστημίων είτε την επιλογή προσώπων, έργων, αναδόχων ή ακόμα και την ανάδειξη και την επιβράβευση των αρίστων, οι διαδικασίες που ακολουθούνται δεν εγγυώνται σε καμία περίπτωση τη λήψη της σωστής απόφασης. Το φαινόμενο αυτό έχει γιγαντωθεί τόσο πολύ τις τελευταίες δεκαετίες και αποτελεί πλέον μια πραγματικότητα αυτονόητη, δεδομένη, τόσο βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση των Ελλήνων, σε σημείο που συχνά αυτή φαντάζει αναπόδραστη. Η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και κράτους έχει διαρραγεί, γεγονός που βιώνουμε οδυνηρά ως κοινωνία.

Κατά συνέπεια, είναι, πιστεύω, πρωταρχική η ανάγκη να αναδειχθεί τουλάχιστον ένας τομέας που θα αποτελέσει το αφετηριακό σημείο για την εκρίζωση αυτού του φαινομένου και την εμπέδωση ενός συστήματος δικαιοσύνης και αξιοκρατίας, λειτουργώντας έτσι ως πρότυπο για την προοδευτική εξυγίανση και των υπολοίπων. Ενας τέτοιος χώρος, στον οποίο θα μπορούσαν να επιτευχθούν ορατά και αξιοσημείωτα αποτελέσματα προς την άλλη κατεύθυνση, είναι ο χώρος της επιστημονικής έρευνας.

Και αυτό το γνωρίζω εκ πείρας, αφού στο πλαίσιο της ευρύτερης αναμόρφωσης της ανώτατης παιδείας και με στόχο να ανταποκριθούμε σε αυτό το ζητούμενο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ήδη από το 2011, στη Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας είχαμε εφαρμόσει ένα νέο σύστημα αξιολόγησης και επιλογής προτάσεων για τη χρηματοδότηση έργων έρευνας. Ενα σύστημα το οποίο καταργoύσε πλήρως τη γραφειοκρατία, απλοποιούσε τις διαδικασίες υποβολής και εξασφάλιζε την αξιοκρατία και τη διαφάνεια.

Το εν λόγω σύστημα βασίστηκε στην ηλεκτρονική πλατφόρμα eValuation, που αναπτύχθηκε με πενιχρά μέσα και ελάχιστους πόρους και η οποία επέτρεπε τη διαδικτυακή υποβολή και αξιολόγηση των προτάσεων προς χρηματοδότηση. Μέσω της σχετικής ηλεκτρονικής διαδικασίας δεν προσκομίζονταν δικαιολογητικά κατά τη φάση της υποβολής, παρά μόνο έπειτα, εάν και εφόσον η πρόταση εγκρινόταν για χρηματοδότηση. Την πρωτοφανή επιτυχία της συγκεκριμένης πλατφόρμας επισφράγισε το γεγονός ότι και άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τη χρήση της σε αντίστοιχα πλαίσια.

Εκτός όμως από την όλη υποδομή που αναπτύχθηκε, η σημαντικότερη ίσως καινοτομία ήταν ότι –για ευνόητους λόγους– αξιοποιήθηκαν κριτές από διάφορες χώρες του εξωτερικού. Στην επιστημονική κοινότητα της χώρας μας, αφενός μεν γνωρίζονται όλοι λίγο έως πολύ, πράγμα που δυσχεραίνει την επιλογή των κριτών για αδιάβλητη διαγωνιστική διαδικασία, αφετέρου δε οι περισσότεροι εκ των πανεπιστημιακών συμμετέχουν ως διαγωνιζόμενοι, υποβάλλοντας προτάσεις έργων προς χρηματοδότηση. Ετσι, η σκέψη μας ήταν να απευθυνθούμε σε επιστήμονες εγνωσμένου κύρους από το εξωτερικό, η επιλογή των οποίων θα γινόταν υπό τον συντονισμό ενός στιβαρού και πολύ αξιόλογου Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας και Τεχνολογίας, το οποίο –απαρτιζόμενο από τους πλέον άξιους επιστήμονες της πατρίδας μας– θα διαδραμάτιζε τον ρόλο του εγγυητή της όλης διαδικασίας. Για άλλη μία φορά, η διεθνής επιστημονική κοινότητα και κυρίως οι Ελληνες επιστήμονες της διασποράς ανταποκρίθηκαν με συγκινητικό τρόπο και ειλικρινή διάθεση προσφοράς προς την πατρίδα, με αποτέλεσμα το εγχείρημα να στεφθεί με απόλυτη επιτυχία.

Στην προσπάθειά μας αυτή, βέβαια, ο πόλεμος που δεχθήκαμε ήταν μεγάλος, αλλά η αποφασιστικότητα της τότε υπουργού Παιδείας Αννας Διαμαντοπούλου να συγκρουστεί με το κατεστημένο και να θέσει τα ζητήματα αξιοκρατίας επί νέας βάσεως ήταν αναμφισβήτητα υποδειγματική. Η ίδια αξιοκρατική μέθοδος εφαρμόστηκε, άλλωστε, από το Εθνικό Συμβούλιο Ερευνας και Τεχνολογίας και στην επιλογή των προέδρων των ερευνητικών κέντρων, όπως ακριβώς την περιγράφει ο πρόεδρος του Συμβουλίου δρ Σταμάτης Κριμιζής, σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» (03/07/2016). Κι ενώ ο σχεδιασμός προέβλεπε να επεκταθεί το συγκεκριμένο σύστημα στο πλήθος των προκηρύξεων της ΓΓΕΤ αλλά και σε άλλους σχετικούς τομείς του υπουργείου, δυστυχώς, με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας, επανήλθε το πρότερο αναχρονιστικό σύστημα, προϊόν καθεστωτικής νοοτροπίας.

Το ξήλωμα ξεκίνησε από την αμέσως επόμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου και δυστυχώς συνεχίστηκε, με αποκορύφωμα την ανατροπή του νόμου 4009/2011, γνωστού και ως νόμου Διαμαντοπούλου, ο οποίος αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις για την ανώτατη εκπαίδευση.

Και φυσικά, οι επόμενες κυβερνήσεις δεν αρκέστηκαν μόνο στην κατάργηση αυτής της πρωτοβουλίας, αλλά συνέχισαν εκδηλώνοντας τις προθέσεις τους για την άλωση του χώρου με την ίδρυση νέων ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία σοβαρή μελέτη, σε μια περίοδο, μάλιστα, κατά την οποία οι μισθοί των ερευνητών και τα λειτουργικά έξοδα των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων μόλις που μπορούσαν να καλυφθούν· κι αυτό έπειτα από τεράστιες προσπάθειες. Δυστυχώς, τέτοιου τύπου ενέργειες όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην εδραίωση της εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση ενός κράτους δικαίου, αλλά, απεναντίας, βαθαίνουν το ρήγμα.

Σήμερα, δεδομένου του γενικού κλίματος απαισιοδοξίας και απαξίωσης που, δυστυχώς, εντείνεται στη χώρα μας, είναι υποχρέωση της πολιτικής ηγεσίας η καθιέρωση τέτοιων διαδικασιών και η υιοθέτηση αντίστοιχων πρακτικών, ειδικά στον νευραλγικό χώρο της έρευνας, όπου αναμένονται άμεσα προκηρύξεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Δεν περιμένουμε, ασφαλώς, πως μια τέτοια πρωτοβουλία μπορεί να αλλάξει άρδην την κατάσταση στη χώρα μας. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει ένα ελάχιστο δείγμα του ότι το παιχνίδι δεν είναι οριστικά χαμένο για την Ελλάδα, μια μικρή απόδειξη ότι οι αλλαγές είναι δυνατές και ότι ο εκσυγχρονισμός και η αξιοκρατία δεν είναι μακρινό όνειρο αλλά μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Κοκκινοπλίτης είναι πρώην γενικός γραμματέας Ερευνας και Τεχνολογίας και νυν διευθυντής των εταιρειών RISE και Seven Sigma P.C.