ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάχωμα στις περικοπές συντάξεων η δημιουργία επαγγελματικών ταμείων

Ανάχωμα στις περικοπές συντάξεων η δημιουργία επαγγελματικών ταμείων

Ενας Ευρωπαίος πολίτης ξοδεύει περί τα 1.200 ευρώ τον χρόνο για ιδιωτική ασφάλιση. Πρόκειται για τα χρήματα που διαθέτει για την αγορά ασφαλιστικών προγραμμάτων ζωής, δηλαδή καλύψεων απέναντι σε έναν ξαφνικό κίνδυνο, αλλά και αποταμίευσης για την εξασφάλιση σύνταξης.

Στην Ελλάδα η μέση αντίστοιχη δαπάνη είναι μόλις 170 ευρώ και το χάσμα που υπάρχει με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες ερμηνεύει εν μέρει και το χάσμα στις συντάξεις που απολαμβάνουν οι συνταξιούχοι σε κράτη της Ε.Ε. και στη χώρα μας. Η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων και των υπολοίπων Ευρωπαίων είναι ότι στην Ελλάδα η ευθύνη καταβολής εξασφάλισης των συντάξεων μονοπωλείται από το κράτος, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους συνταξιούχους, που έχουν διαφορετικές πηγές συνταξιοδότησης και οι οποίες είναι συνδυασμός αναδιανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού συστήματος.

Οπως αναλύθηκε σε πρόσφατη ημερίδα που πραγματοποίησε η Ενωση Αναλογιστών Ελλάδος, στην πλειονότητα των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών εκτός από την αμιγώς ιδιωτική ασφάλιση και τα ατομικά αποταμιευτικά προγράμματα, δηλαδή τον τρίτο πυλώνα ασφάλισης, βασική πηγή αναπλήρωσης ενός μέρους της σύνταξης προέρχεται από τον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης, δηλαδή τα επαγγελματικά ταμεία. Η επαγγελματική ασφάλιση χρηματοδοτείται από τους εργοδότες και τους εργαζομένους, στη βάση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, δηλαδή των ατομικών λογαριασμών και τα ποσοστά αναπλήρωσης που εξασφαλίζει ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, αλλά σε κάθε περίπτωση έρχονται να ενισχύσουν τη βασική σύνταξη που παρέχει το κράτος.

Στην Ελλάδα η επιδείνωση της σχέσης εργαζομένων προς συνταξιούχους, που έχει μειωθεί στο 1,3 προς 1 μέσα από τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και τα χαμηλά μέχρι πρόσφατα όρια συνταξιοδότησης σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, έχει οδηγήσει το αναδιανεμητικό σύστημα στα όριά του, ενώ η συγκράτηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα και η εισφοροδιαφυγή στερούν κάθε πιθανότητα αναστροφής των αρνητικών δεδομένων. Ετσι και παρά τις διαδοχικές μεταρρυθμίσεις, τα τελευταία χρόνια η προσπάθεια μείωσης των ελλειμμάτων αποδεικνύεται σισύφεια, καθώς κάθε φορά τα ελλείμματα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης διευρύνονται, οι εισφορές σε συνδυασμό με τους κρατικούς πόρους που απορροφά το σύστημα αυξάνονται, ενώ οι συντάξεις μειώνονται.

Η ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών αποταμίευσης είτε πρόκειται για τον δεύτερο είτε για τον τρίτο πυλώνα, αποτελεί κυρίαρχη επιλογή στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2015 τα υπό διαχείριση κεφάλαια της ιδιωτικής ασφάλισης ανήλθαν το 2015 περίπου στα 9 τρισ. ευρώ, ενώ άλλα 3,7 δισ. ευρώ είναι τα υπό διαχείριση κεφάλαια των επαγγελματικών ταμείων.

Η ανάπτυξη του δεύτερου πυλώνα, που σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και η δημιουργία επαγγελματικών ταμείων, δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη μείωση των εισφορών που προορίζονται για τον πρώτο πυλώνα, δηλαδή την κοινωνική ασφάλιση.

Η απελευθέρωση πόρων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση έτσι ώστε να μπορέσει να αναπτυχθεί ένα παράλληλο σύστημα συμπληρωματικών αποταμιεύσεων, που θα αξιοποιεί αποτελεσματικά τα αποθεματικά που συσσωρεύει. Ενα από τα οφέλη του κεφαλαιοποιητικού συστήματος είναι ότι βασίζουν τον υπολογισμό της σύνταξης που θα λάβει κάθε ασφαλισμένος σε ένα πιο περίπλοκο σύστημα, με περισσότερες παραμέτρους, που δεν εξαντλείται στον αριθμό των εργαζομένων και στον αριθμό των συνταξιούχων, όπως συμβαίνει στο αναδιανεμητικό σύστημα, που λειτουργεί στη βάση της αλληλεγγύης των γενεών και συγκροτεί την κοινωνική ασφάλιση. Στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, εκτός από τα συντάξιμα χρόνια και το επίπεδο των εισφορών, σημαντική παράμετρο αποτελεί η απόδοση των επενδύσεων, μέσω των οποίων οι εισφορές των εργαζομένων που τροφοδοτούν αυστηρά τους ατομικούς τους λογαριασμούς, μπορούν να μεγιστοποιήσουν το τελικό ποσό που θα λάβει ο εργαζόμενος όταν φτάσει στη συνταξιοδότησή του.