ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Ελλάδα πρέπει να υπεραποδώσει στις μεταρρυθμίσεις

Η Ελλάδα πρέπει να υπεραποδώσει στις μεταρρυθμίσεις

Καταστροφικός για την οικονομία θα είναι ένας κύκλος πολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας στην παρούσα συγκυρία που εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα επιστροφής σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, προειδοποιεί ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Θεόδωρος Φέσσας. Τη σχετική δήλωση έκανε με αφορμή την πολιτική ένταση που έχει προκαλέσει η απόφαση της κυβέρνησης για τη διανομή μέρους του πλεονάσματος σε συνταξιούχους και στο πλαίσιο των συναντήσεων που είχε χθες στις Βρυξέλλες με τον επικεφαλής του EuroWorking Group κ. Τ. Βίζερ και στο Λουξεμβούργο με τον επικεφαλής του ESM κ. Κλ. Ρέγκλινγκ.

Ο κ. Φέσσας αφού συζήτησε με τους Ευρωπαίους αξιωματούχους το μείγμα πολιτικής, τους δημοσιονομικούς στόχους και τις προοπτικές του προγράμματος προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας, επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει μόνο μια επιλογή: να υπεραποδώσει στην εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του μνημονίου, που απελευθερώνουν την οικονομία και οικοδομούν πλεόνασμα εμπιστοσύνης με τους εταίρους μας και τις αγορές. Στο πλαίσιο αυτό, όπως τόνισε ο κ. Φέσσας, επιβάλλεται να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη μείωση της παραοικονομίας μέσα από την καθολική εφαρμογή των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ενώ για την επανεκκίνηση των επενδύσεων πρότεινε την ελάφρυνση της υπερφορολόγησης των επιχειρήσεων και των εργαζομένων τους. Παρέμβαση στο επίμαχο θέμα της διανομής πλεονάσματος έκανε ο ΣΕΒ και μέσω του εβδομαδιαίου δελτίου για την ελληνική οικονομία. Αφού παραθέτει το τι ακριβώς προβλέπει το μνημόνιο για τη διάθεση του πλεονάσματος, διαπιστώνει ότι η απόφαση της κυβέρνησης να μοιράσει 617 εκατ. ευρώ ως εφάπαξ βοήθημα στους χαμηλοσυνταξιούχους, καθώς και η απόφαση να καθυστερήσει για μερικούς μήνες η εφαρμογή του υψηλότερου συντελεστή ΦΠΑ στα νησιά που έχουν πληγεί από τις προσφυγικές ροές, συνιστούν πράξεις που πλήττουν την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και τις σχέσεις μας με τους εταίρους με τους οποίους διαπραγματευόμαστε την ολοκλήρωση της 2ης αξιολόγησης και την εκταμίευση 6,1 δισ. του προγράμματος.