ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επικίνδυνη η καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης

Επικίνδυνη η καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης

Τη μη έγκαιρη ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τη δεύτερη αξιολόγηση αναδεικνύει ως τον σημαντικότερο και αμεσότερο κίνδυνο για την ελληνική οικονομία ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γ. Στουρνάρας, μέσω της Ενδιάμεσης Εκθεσης της κεντρικής τράπεζας για τη Νομισματική Πολιτική. Παράλληλα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου αναφορικά με ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις από τη δημοσιονομική χαλάρωση που θα προκληθεί εξαιτίας των παροχών που προωθεί η κυβέρνηση, ενώ καλεί τόσο τους θεσμούς όσο και την Αθήνα να κινηθούν με «ρεαλισμό και ευελιξία» για να «ολοκληρωθεί η αξιολόγηση το συντομότερο δυνατόν».

Η ΤτΕ εκτιμά ότι φέτος η ελληνική οικονομία θα καταγράψει χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως του 0,1%, ενώ το 2017 θα μεγεθυνθεί με ρυθμό 2,5% και στα έτη 2018 και 2019 με ρυθμό 3%. «Ο χρόνος που απομένει δεν είναι μεγάλος, εν όψει των επικείμενων εθνικών εκλογών σε αρκετές χώρες-μέλη της Ευρωζώνης» για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης κατά τον κ. Στουρνάρα και «προκειμένου να μη χαθεί η θετική δυναμική που έχει αρχίσει να διαφαίνεται στην ελληνική οικονομία, η Τράπεζα της Ελλάδος προτρέπει τόσο τους εταίρους και τους θεσμούς όσο και την ελληνική κυβέρνηση να επιδείξουν ρεαλισμό και ευελιξία, να θέσουν στο περιθώριο ζητήματα που δημιουργούν σοβαρά προβλήματα στην εκτέλεση του προγράμματος και να τα επανεκτιμήσουν αφού οι διαφορές έχουν εξομαλυνθεί, με τελικό στόχο να μην παρεκκλίνουν από τα συμφωνηθέντα».

Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί «δεν πρέπει να ανακοπεί επ’ ουδενί λόγω» προειδοποιεί ο διοικητής της ΤτΕ. Για τον λόγο αυτό, καλεί την κυβέρνηση να επιδείξει «προσήλωση στους στόχους του προγράμματος και στην επιτάχυνση στον ρυθμό εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων που έχουν συμφωνηθεί». Κάτι που θα διευκολύνει και «τη λήψη αποφάσεων για τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα που θα διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και την ένταξη των ελληνικών κρατικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ».

Στα εμπόδια που εντοπίζει ο κ. Στουρνάρας για την ελληνική οικονομία περιλαμβάνονται:

• Η μη έγκαιρη κατάληξη των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του προγράμματος είναι ο σημαντικότερος κίνδυνος.

• Η επίτευξη του δημοσιονομικού αποτελέσματος του 2016 υπόκειται σε επισφάλειες, που συνδέονται με τις παρεμβάσεις προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής χαλάρωσης ύψους περίπου 0,4% του ΑΕΠ.

• Η ενδεχόμενη αναβολή, εκ μέρους των εταίρων, των αποφάσεων για τη διατύπωση συγκεκριμένων μέτρων με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.

• Η ύπαρξη πολλών εμποδίων που επιβαρύνουν το επιχειρηματικό κλίμα και δυσχεραίνουν την υλοποίηση επενδύσεων, όπως η γραφειοκρατία και τα προσκόμματα που θέτουν «διάφορα μικρά ή μεγάλα κατεστημένα συμφέροντα και παράγοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης». Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, καθυστερούν σημαντικές επενδύσεις.

• Ο κίνδυνος η αυξημένη φορολόγηση να έχει μεγαλύτερες του αναμενομένου αρνητικές συνέπειες στην οικονομική δραστηριότητα. Η ΤτΕ προτείνει στο πλαίσιο αυτό τη βελτίωση του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής.

• Η ύπαρξη ορισμένων κενών στο νομοθετικό πλαίσιο για τον δραστικό περιορισμό του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

• Οι κίνδυνοι που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον και η ενδεχόμενη επιδείνωση της προσφυγικής κρίσης.

Οι επτά προϋποθέσεις για την ανάκαμψη

Τις προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης και την ισχυροποίηση της ανάκαμψης της οικονομίας παρουσιάζει ο διοικητής της ΤτΕ, κ. Γ. Στουρνάρας. Συγκεκριμένα, προτείνει:

1. Επίδειξη ρεαλισμού και ευελιξίας τόσο από τους εταίρους και τους θεσμούς όσο και από την ελληνική πλευρά για την έγκαιρη ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης.

2. Επιτάχυνση του ρυθμού εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων.

3. Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

4. Αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού δημόσιου χρέους και ρεαλιστική αναπροσαρμογή των δημοσιονομικών στόχων, προτείνοντας τη μείωσή τους στο 2% του ΑΕΠ από το 2018 και μετά.

5. Αλλαγή στο μείγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη.

6. Αντιμετώπιση του προβλήματος της μακροχρόνιας ανεργίας.

7. Χαλάρωση και τελικά άρση των περιορισμών που απομένουν στην κίνηση κεφαλαίων.