ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κερδισμένοι και χαμένοι από την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης το 2017

Κερδισμένοι και χαμένοι από την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης το 2017

Συνεχίζεται το 2017 η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης που θεσμοθετήθηκε το καλοκαίρι του 2015, επηρεάζοντας χιλιάδες ασφαλισμένους που θα συμπλήρωναν με τα παλαιά όρια τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να λάβουν πλήρη σύνταξη σε ηλικία μικρότερη των 62 ή και των 67 ετών. Οι αλλαγές θεσμοθετήθηκαν με τον νόμο 4336/2015 και επηρεάζουν την ηλικία συνταξιοδότησης για όσους συμπληρώνουν μέσα στο νέο έτος το παλιό «κατοχυρωμένο» ή «θεμελιωμένο» όριο ηλικίας εξόδου (που προβλεπόταν με προηγούμενους νόμους).

Το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης δεν επηρεάζεται για όσους είχαν συμπληρώσει τη 19η Αυγούστου του 2015 και τις δύο αθροιστικά προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, δηλαδή όχι μόνο το όριο ηλικίας αλλά και τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης. Αυτοί, διατηρούν τη δυνατότητα υποβολής της αίτησής τους οποτεδήποτε. Βέβαια, όπως και οι υπόλοιποι, θα δουν τη σύνταξή τους να υπολογίζεται με τον νέο τρόπο υπολογισμού, που προβλέπεται στον μεταγενέστερο νόμο 4387/2016, γνωστό και ως νόμο Κατρούγκαλου.

Τα όρια ηλικίας, βάσει των νέων προϋποθέσεων που ισχύουν για το 2017, αυξάνονται έως και κατά 5 χρόνια. Οι αλλαγές αφορούν τους παλαιούς ασφαλισμένους, οι οποίοι είτε έχουν κατοχυρώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα με 35ετία είτε είναι ασφαλισμένοι σε Δημόσιο, ΔΕΚΟ και τράπεζες είτε είναι μητέρες με ανήλικο (ισχύει και για τους άνδρες ασφαλισμένους στο Δημόσιο) και έχουν 25ετία.

Το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης παραμένει το 67ο και μάλιστα με 20 έτη ασφάλισης, καθώς με 15 θα δίνεται μεν σύνταξη, θα είναι όμως σημαντικά μειωμένη λόγω της μειωμένης Εθνικής σύνταξης και των πολύ χαμηλών ποσοστών αναπλήρωσης. Πλήρη σύνταξη μπορεί να λάβει κανείς και στα 62, εφόσον έχει συμπληρώσει 40 έτη ασφάλισης.

Βέβαια, έως το 2021 μπορούν να συνταξιοδοτηθούν πριν από τα  67, ή τα 62 με 40ετία, οι εξής κατηγορίες:

• Ασφαλισμένοι με 35ετία

Η 35ετία ισχύει μόνο για όσους την είχαν συμπληρώσει έως 18/8/2015 και φεύγουν χωρίς ηλικιακό όριο σε περίπτωση πρόσληψης – ασφάλισης στα ειδικά ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών πριν από το 1983. Οσοι είχαν ασφαλιστεί πρώτη φορά μετά το 1983 και εντός του 2017 θεμελίωναν το παλαιό όριο ηλικίας, θα αναγκαστούν σε παραμονή στην εργασία. Για παράδειγμα, εάν συμπλήρωναν το παλαιό όριο ηλικίας, π.χ. τα 58 εντός του 2017, θα συνταξιοδοτηθούν στα 59 και 6 μηνών. (Πίνακας 1).

• Ολοι οι υπόλοιποι ασφαλισμένοι

Οι μεγαλύτεροι «χαμένοι» από τις αυξήσεις των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης είναι οι μητέρες με ανήλικο τέκνο, καθώς και οι ασφαλισμένοι στο Δημόσιο με 25ετία, στα ταμεία των ΔΕΚΟ και των τραπεζών. Για παράδειγμα, μητέρα με ανήλικο το 2010, και συμπληρωμένες 5.500 ημέρες ασφάλισης, που κλείνει τα 55 εντός του 2017, θα λάβει τελικά σύνταξη στα 59 και 6 μήνες. Μειωμένη σύνταξη μπορεί να λάβει άμεσα, όμως θα είναι πολύ χαμηλή. Αντίστοιχα, μητέρα ασφαλισμένη σε ταμείο ΔΕΚΟ με συμπληρωμένα 25 έτη ασφάλισης το 2011 και ανήλικο, που συμπληρώνει το 2017 τα 52 της θα λάβει τελικά πλήρη σύνταξη στα 58 και 5 μήνες. Μειωμένη σύνταξη μπορεί να λάβει σε ηλικία 55 ετών, καθώς συμπλήρωσε τα 52 το 2015. Πατέρας ασφαλισμένος στο Δημόσιο με συμπληρωμένα 25 έτη ασφάλισης το 2012 και ανήλικο τέκνο, που συμπληρώνει το 2017 τα 55 του, θα μπορεί να συνταξιοδοτηθεί για πλήρη σύνταξη όταν γίνει 59 ετών και 6 μηνών. (Πίνακας 2)

Από τον νέο χρόνο ισχύουν επιπλέον αλλαγές –εκτός από τον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων– που ανατρέπουν τον προγραμματισμό των ασφαλισμένων. Συγκεκριμένα, στο Δημόσιο θα πάψει να ισχύει η αναγνώριση των πλασματικών ετών με 6,67% επί του μισθού για κάθε μήνα. Εάν η αίτηση λοιπόν υποβληθεί μέσα στις λίγες ημέρες του 2016 που υπολείπονται, το κόστος εξαγοράς είναι χαμηλό, ενώ από την 1η Ιανουαρίου 2017 το κόστος ανεβαίνει στο 20% και ουσιαστικά τριπλασιάζεται.

Η αύξηση ισχύει από τις 13 Μαΐου 2016 για όλους τους μισθωτούς – ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα. Τέλος, για την αυτασφάλεια θα απαιτείται η καταβολή του 38% επί των παλαιών (του τελευταίου, προ της αίτησης υπαγωγής στην προαιρετική ασφάλιση) αποδοχών για κύρια ασφάλιση, επικουρικό και εφάπαξ.