ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

3G: Ενα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί

Τ α κεφάλαια που έχουν επενδύσει οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες στην ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενιάς (3G) ανέρχονται σε 300 δισ. ευρώ (255 δισ. δολάρια) αν συνυπολογισθεί και το μελλοντικό κόστος για την ανάπτυξη των δικτύων που θα παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές και είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία αποτελεί για τις εταιρείες ζήτημα ζωής ή θανάτου, ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί. Οι υπέρογκες αυτές δαπάνες εκτόξευσαν τα χρέη των τηλεπικοινωνιακών εταιρειών με αποτέλεσμα τη σημαντική υποχώρηση των μετοχών τους, που κατά μέσον όρο έχουν υποχωρήσει έως και 60% από τα επίπεδα του περασμένου Μαρτίου. Η μεγάλη αύξηση των χρεών και η αδυναμία μείωσής τους εκ μέρους των εταιρειών εξάντλησαν την υπομονή των εταιρειών αξιολόγησης δανειοληπτικής ικανότητας (Moody’s, Standard and Poor’s), που προχώρησαν σε υποβάθμιση των συντελεστών για τα χρέη αυτά, οδηγώντας την αξία των μετοχών τους ακόμα χαμηλότερα.

Από την πλευρά τους οι εταιρείες στηρίχθηκαν σε προβλέψεις που δεν επαληθεύτηκαν, γεγονός που επιδείνωσε τη θέση τους. Η αύξηση των πωλήσεων κινητών τηλεφώνων δεν πραγματοποιήθηκε και η ευρωπαϊκή αγορά δείχνει σημάδια κορεσμού. Η ελπίδα κάλυψης των μειωμένων εσόδων από τα κινητά τρίτης γενιάς, που παρέχουν ταχεία και διαρκή πρόσβαση στο Internet, ναυάγησε εξαιτίας των εταιρειών παραγωγής λογισμικού που δεν τις εφοδίασαν εγκαίρως με τα κατάλληλα προγράμματα Παρά τις δυσκολίες, αναλυτές της αγοράς εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες θα έχουν υψηλότερα κέρδη από τις αντίστοιχες αμερικανικές στη διάρκεια του τρέχοντος έτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόδοση του ευρωπαϊκού τηλεπικοινωνιακού δείκτη Dow Jones telecoms υπερβαίνει αυτή του αντίστοιχου βορειοαμερικανικού ΑΜΕΧ North American Telecoms κατά 17%. Χρηματιστηριακοί αναλυτές χαρακτηρίζουν τη χρηματιστηριακή αξία των αμερικανικών τηλεπικοινωνιακών εταιρειών πιο κοντά στην πραγματικότητα και για τον λόγο αυτό αναμένουν περαιτέρω υποχώρηση των ευρωπαϊκών τηλεπικοινωνιακών μετοχών στο άμεσο μέλλον.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Lehman Brothers, η αξία (υπολογίζεται η χρηματιστηριακή αξία συν τα χρέη) των ευρωπαϊκών εταιρειών κινητής τηλεφωνίας είναι περίπου 12 φορές υψηλότερες του EBITDA (κέρδη προ φόρων, τόκων και αποσβέσεων) ενώ η αξία των αμερικανικών είναι 9 φορές το EBITDA. Το στοιχείο αυτό περιορίζει την ελκυστικότητα της ευρωπαϊκής αγοράς για τις αμερικανικές εταιρείες, αλλά το αντίστροφο δεν συμβαίνει. Η γερμανική Deutsche Telekom προσφέρει 25,5 δισ. δολάρια για την εξαγορά της VoiceStream, ενώ πρόσφατα η γαλλική Alcatel αποπειράθηκε να εξαγοράσει τη Lucent.

Από την πλευρά τους, οι επενδυτές ανταποκρίθηκαν στις μεγάλες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποίησαν κορυφαίες εταιρείες του κλάδου όπως οι Vodafone Group, British Telecommunications, Deutsche Telekom και Cable and Wireless, αναθερμαίνοντας τις ελπίδες ότι το κύμα πωλήσεων που μάστιζε τον κλάδο το τελευταίο δωδεκάμηνο έχει αρχίσει να υποχωρεί. Η πλειοψηφία των αναλυτών, πάντως, υποστηρίζει ότι είναι νωρίς ακόμα για διατύπωση αισιόδοξων προβλέψεων.

Οι κεφαλαιακές δαπάνες έναντι των πωλήσεων είναι υψηλές, τα περιθώρια κερδοφορίας συρρικνώνονται, ενώ οι αποδόσεις των επενδεδυμένων κεφαλαίων δέχονται έντονες πιέσεις. Η χαμηλή απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων αποδίδεται στην κακοδιαχείριση, αλλά και στην αλόγιστη επέκταση των δραστηριοτήτων μέσω του έντονου ανταγωνισμού που οδήγησε τις εταιρείες να σκορπούν χρήματα δεξιά και αριστερά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις επενδυτικών οίκων, η απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων της British Telecom το 2002 θα υποχωρήσει στο 4,8% έναντι 10,5% το 2000, ενώ για την ολλανδική ΚΡΝ η αντίστοιχη απόδοση θα υποχωρήσει από το 5,7% στο 2,3%.

Μέχρι σήμερα, το δικαίωμα ανοικτής πώλησης είχαν μόνο οι ειδικοί διαπραγματευτές τύπου Β’ στο ΧΠΑ, προκειμένου να αντισταθμίσουν τις θέσεις τους σε παράγωγα προϊόντα. Η υιοθέτηση του συγκεκριμένου θεσμού προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα στους επενδυτές και συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη και περισσότερο ορθολογική λειτουργία της αγοράς. Ο επενδυτής, ο οποίος θεωρεί ότι μια συγκεκριμένη μετοχή είναι υπερτιμημένη, μπορεί να τη δανειστεί και να την πουλήσει ανοιχτά στο ΧΑΑ, με την υποχρέωση να την επιστρέψει στον δανειστή όταν αυτό του ζητηθεί. Το γεγονός αυτό καθιστά την αποτίμηση των μετοχών στην αγορά σε περισσότερο «δίκαιες» τιμές, αποφεύγοντας τη δημιουργία ακραίων φαινομένων επιφέροντας, παράλληλα, ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα spreads μεταξύ δύο μετοχών εισηγμένων εταιρειών οι οποίες βρίσκονται σε φάση εξαγοράς ή συγχώνευσης. Εάν το spread των τιμών στην αγορά είναι διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από τη σχέση ανταλλαγής, οι επενδυτές μπορούν να πουλήσουν ανοικτά την υπερτιμημένη μετοχή και να αγοράσουν την υποτιμημένη, πραγματοποιώντας κέρδη. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της συγχώνευσης των τραπεζών Μακεδονίας Θράκης και Πειραιώς, όπου με το σημερινό θεσμικό πλαίσιο θα υπήρχαν πολύ καλές επενδυτικές ευκαιρίες για υλοποίηση στρατηγικών spread trading.