ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νευρικότητα στην αμερικανική αγορά λόγω πληθωρισμού

Η νέα στρατηγική, αυτή που «παίζει» περισσότερο από όλες αυτήν την εποχή στη Wall Street, έχει στο επίκεντρό της τον πληθωρισμό και πώς ενδέχεται να διαμορφωθεί. Το γεγονός είναι ενδεικτικό για το ότι το επενδυτικό κοινό έχει αρχίσει να χάνει την εμπιστοσύνη του στις ικανότητες του Αλαν Γκρίνσπαν. Ως πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο τελευταίος έχει προεδρεύσει από τις αρχές του χρόνου πέντε περικοπών των αμερικανικών επιτοκίων, κάθε μία εκ των οποίων ίση προς μισή ποσοστιαία μονάδα. Η αντίδραση των αγορών δεν είναι ωστόσο θετική στο γεγονός. Αντιθέτως, έχει αρχίσει να επικρατεί νευρικότητα. Ενας όλο και μεγαλύτερος αριθμός επενδυτών εκφράζει ανησυχία για το ότι η Fed μείωσε τα επιτόκιά της υπερβολικά και πολύ γρήγορα. Οι ίδιοι αναζητούν τώρα επενδυτικές λύσεις, οι οποίες θα τους προσφέρουν ικανοποιητικές αποδόσεις στην περίπτωση που το φθηνότερο χρήμα δημιουργήσει περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού.

Ο κ. Γκρίνσπαν απάντησε στους αμφισβητίες με λόγο του, τον οποίο εκφώνησε δημοσίως στις 24 Μαΐου. Οπως είπε, είναι πιθανόν ότι αναζωπυρώνονται οι πληθωριστικές πιέσεις που απορρέουν από τις υψηλές τιμές της ενέργειας. Ωστόσο, η αύξηση της ανεργίας αναμένεται να συγκρατήσει τις εν λόγω πιέσεις.

Οι αγορές δεν φάνηκαν να εντυπωσιάζονται. Ο κώδωνας του κινδύνου -των πληθωριστικών κινδύνων- κρούεται περισσότερο ηχηρά από ορισμένους δείκτες, διαφορετικούς από εκείνον της προτίμησης του κ. Γκρίνσπαν, ο οποίος αναφέρεται στην ιδιωτική κατανάλωση μη συμπεριλαμβανομένων των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας. Μάλιστα θα ήταν ανώριμο να υποθέσουμε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα αρχίσουν να πέφτουν. Ο ΟΠΕΚ επιδιώκει την περαιτέρω αύξησή τους, ενώ η αιφνίδια απόκτηση του ελέγχου της Γερουσίας από τους Δημοκρατικούς σημαίνει ότι η κυβέρνηση Μπους δεν θα καταφέρει να λάβει έγκριση, ώστε να χορηγηθούν άδειες για την αναζήτηση νέων κοιτασμάτων πετρελαίου σε αμερικανικό έδαφος. Εξάλλου, το στοιχείο που δόθηκε στη δημοσιότητα την εβδομάδα που πέρασε, σύμφωνα με το οποίο η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις προοπτικές της οικονομίας βελτιώθηκε σημαντικά, ίσως σημαίνει ότι η αμερικανική οικονομία αρχίζει να ανακάμπτει συντομότερα από το προσδοκώμενο. Τίποτα δεν αποκλείει επίσης μια εξασθένιση του δολαρίου, πιθανότητα, που θα οδηγούσε σε αύξηση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων… κ.ο.κ.

Οι αγορές αποδόσεων

Η μεγαλύτερη ανησυχία εκδηλώνεται στις αγορές αποδόσεων σταθερού εισοδήματος, που έχουν ερχίσει να αντιδρούν θετικά στις καλές ειδήσεις και αρνητικά στις άσχημες – το αντίθετο δηλαδή απ’ ό,τι συνήθως. Αυτό πιθανώς να συμβαίνει, διότι οι καλές ειδήσεις περιορίζουν τις πιθανότητες περαιτέρω μειώσεων των επιτοκίων της Fed.

Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος. Ορισμένοι πιο αισιόδοξοι αναλυτές της αμερικανικής αγοράς δεν φαίνονται να ενοχλούνται καθόλου από την επανεμφάνιση του πληθωρισμού. Η Κριστίν Κάλις, επικεφαλής επενδυτικός σύμβουλος της Merrill Lynch, εκτιμά ότι η όποια αύξηση των τιμών τώρα, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως «καλοήθης πληθωρισμός» και όχι «κακοήθης». Οπως συνέβη τέσσερις φορές στο πρόσφατο παρελθόν, όταν οι τιμές των μετοχών αυξήθηκαν παρότι οι πληθωριστικές πιέσεις έκαναν επίσης εμφανή την παρουσία τους στην οικονομία, η άνοδος των τιμών καταναλωτού θα πρέπει -σύμφωνα πάντα με την κ. Κάλις- να εκληφθεί ως ένδειξη οικονομικής ανάκαμψης. «Καλοήθης πληθωρισμός;» Αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύουν ορισμένοι επενδυτές, ίσως δεν υφίσταται κάτι τέτοιο για τον κ. Γκρίνσπαν…

Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί επίσης να υπάρξει συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και του hedge fund με την πρώτη να διατηρεί το δικαίωμα απόσυρσης των κεφαλαίων, αν οι αποδόσεις του δεύτερου δεν κριθούν ικανοποιητικές. Ομως, οι συγκεκριμένοι οργανισμοί δεν φημίζονται για τη ρευστότητά τους και τις περισσότερες φορές δεν δέχονται περισσότερες της μιας αποεπενδύσεις στη διάρκεια του μήνα.