ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μήπως όμως η παραοικονομία συμφέρει;

Εμμέσως πλην σαφώς, το ερώτημα «μήπως η παραοικονομία συμφέρει;» ειπώθηκε και από αρμόδια υπηρεσιακά χείλη, κατά την παρουσίαση της τελευταίας μελέτης του ΙΟΒΕ, η οποία αποκάλυψε το μεγάλο μέγεθος της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα. Και ο προβληματισμός δεν είναι καθόλου τυχαίος και άστοχος. Ο περιορισμός του μεγάλου μεγέθους της παραοικονομίας και κυρίως της φοροδιαφυγής, θα είχε αναμφίβολα πολλά και ευεργετικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία. Ταυτοχρόνως, όμως, θα είχε και σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Απώλειες εσόδων

Ακούγεται παράδοξο και είναι, επειδή κανείς λογικά δεν επιθυμεί να διαιωνίζεται μια παράνομη κατ’ ουσίαν «εθνική» δραστηριότητα, η οποία στοιχίζει τεράστιες απώλειες εσόδων για το κράτος και εθίζει μία κοινωνία στην απόκρυψη και την υπεκφυγή. Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων και συγκεκριμένα οι δύο στους τρεις φορολογούμενους παραοικονομούν και φοροδιαφεύγουν κατά τη μελέτη του ΙΟΒΕ. Αυτή είναι η πραγματικότητα και με τον τρόπο αυτό, όπως ορθά μάλλον επισημάνθηκε και από την πλευρά της ΓΣΕΕ, πάρα πολλά νοικοκυριά ή μικροεπαγγελματίες διασφαλίζουν ένα πρόσθετο είσοδημα, κρίσιμο ίσως για να αντεπεξέλθουν στις σημερινές δαπάνες διαβίωσης.

Πριν από αυτό το θέμα, όμως, από αρμόδιους κύκλους επισημαίνεται και μια άλλη σημαντική διάσταση του προβλήματος. Με την ενσωμάτωση της παραοικονομίας στην επίσημη οικονομία και την εντυπωσιακή κατ’ επέκταση αύξηση που θα σημειωνόταν στο εθνικό εισόδημα, πολλές περιφέρειες της χώρας που σήμερα χαρακτηρίζονται οικονομικά αδύναμες από την Ευρωπαϊκή Ενωση, θα περνούσαν στις σχετικά εύπορες. Αυτό θα σήμαινε στο επόμενο στάδιο, μεγάλες περικοπές κοινοτικών κονδυλίων από τα διαρθρωτικά Ταμεία της Ε.Ε. Συνέβη άλλωστε στην Ιταλία, η οποία κατάφερε να περάσει στους εθνικούς λογαριασμούς της ένα μεγάλο τμήμα της παραοικονομίας. Εχασε πολλά σε κοινοτικούς πόρους.

Από την κοινωνική πλευρά του θέματος, ο περιορισμός της παραοικονομίας εκτιμάται ότι θα είχε έως και καταστροφικές συνέπειες για δεκάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και μικρούς επαγγελματίες, οι οποίοι σήμερα επιβιώνουν πράγματι χάριν της απόκρυψης των εισοδήματων και της αποφυγής των φόρων που τούς αναλογούν. Οι περισσότεροι απο αυτούς δεν πληρώνουν σήμερα φόρο εισοδήματος, ίσως ούτε και το μεγαλύτερο μέρος του ΦΠΑ που εισπράττουν.

Αύξηση ανεργίας

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν η ακόμη μεγαλύτερη αύξηση της ανεργίας, με τις γνωστές συνεπακόλουθες κοινωνικές επιπτώσεις. Τα φτωχότερα νοικοκυριά, επίσης, θα οδηγούνταν σε δυσχερέστερη οικονομική κατάσταση, χάνοντας επί το πλείστον το συμπληρωματικό ή το δεύτερο σωτήριο (αδήλωτο) εισόδημα. Και όλα αυτά είναι πράγματα που η κυβέρνηση φαίνεται πως με κάποιο τρόπο υπολογίζει. Υπάρχουν και πολιτικές σκοπιμότητες, όχι μόνο αδυναμίες. Η σημαντική μείωση πάντως του μεγέθους της παραοικονομίας, η οποία στην Ελλάδα ξεπερνά το 30% του εθνικού εισοδήματος, πλησιάζοντας κοντά στα 15 τρισ. δρχ. ετησίως, θα είχε αναμφισβήτητα από την άλλη πλευρά, πολλά και μεγάλα οφέλη για την οικονομία. Εάν συνέβαινε το αντίθετο, άλλωστε, δεν θα γινόταν και τόσος πολύς λόγος.

Το πρώτο μεγάλο πλεονέκτημα θα ήταν οι εντυπωσιακά αυξημένες εισροές φορολογικών εσόδων. Ετσι, η ελληνική οικονομία θα μπορούσε σταδιακά να επιλύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα, περνώντας σταθερά σε ασφαλείς πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, πράγμα που θα επέτρεπε εύκολα μια γενναία φορολογική μεταρρύθμιση και ιδίως τη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που εισηγούνται όλοι, από τον ΟΟΣΑ και την Κομισιόν έως τους επιχειρηματίες και τους εργαζόμενους. Βεβαίως μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και θα ευνοούσε περαιτέρω τις επενδύσεις.

Επίσης, θα μειωνόταν εντυπωσιακά το δημόσιο χρέος της χώρας και θα απελυεθερώνονταν οικονομικοί πόροι. Ακόμη η κυβέρνηση θα μπορούσε με μεγαλύτερη άνεση να ασκήσει κοινωνική πολιτική, για παράδειγμα στο χώρο της Υγείας. Ασφαλώς, με τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές και τα επιπλέον έσοδα που θα προκαλούσε για τα Ταμεία η ένταξη της αδήλωτης εργασίας στη νόμιμη αγορά, θα έπαιρνε παράλληλα και άλλη διάσταση η προσπάθεια μεταρρύθμισης του Ασφαλιστικού.

Φαινόμενα διαφθοράς

Από την ένταξη του μεγαλύτερου μέρους της παραοικονομίας στο επίσημο κομμάτι των εθνικών λογαριασμών, η θεωρητικά σημαντικότερη επίπτωση θα ήταν να βρεθεί η Ελλάδα πολύ πιο κοντά στο στόχο που έχει για την πραγματική σύγκλιση, να πλησιάσει δηλαδή πιο κοντά με βάση τα επίσημα στοιχεία, στον μέσο όρο των άλλων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Διότι ο δείκτης του κατά κεφαλήν εισοδήματος από το 67% του μέσου κοινοτικού όρου σήμερα, θα ανέβαινε αναμφισβήτητα πολύ υψηλότερα, πράγμα που σημαίνει ότι η Ελλάδα θα άλλαζε θέση στην ευρωπαϊκή και διεθνή κατάταξη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται από πλευράς αξιοπιστίας.

Εν κατακλείδι, το σημαντικότερο όλων, επί της ουσίας, είναι ότι θα άρχιζε να οικοδομείται ένα άλλο σύστημα αξιών και κουλτούρας στην οικονομία, που θα συρρίκνωνε εκ των πραγμάτων και τα φαινόμενα της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα.

Ας σημειωθεί πως με βάση την ίδια μελέτη του ΙΟΒΕ περί παραοικονομίας και φοροδιαφυγής, η Ελλάδα μαζί με την Ιταλία κατέχουν την πρώτη θέση με τον μεγαλύτερο δείκτη διαφθοράς στην Ευρωπαϊκή Ενωση και την τρίτη θέση σε όλη την Ευρώπη, μετά τη Ρωσία και την Τσεχία.

Η Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία των διεθνών οργανισμών, βρίσκεται στην 24η χειρότερη θέση από πλευράς διαφθοράς, σε σύνολο 62 χωρών που καλύπτει η έρευνα.

Συγκεκριμένα τονίζουν ότι πολλά απ’ όσα είχαν εισηγηθεί δεν έχουν εφαρμοσθεί, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται αρνητικά η λειτουργία και η αξιοπιστία της φορολογικής διοίκησης. Επίσης, αναφέρουν ότι η συχνή αλλαγή της φορολογικής νομοθεσίας, οι συνεχείς ρυθμίσεις χρεών, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών, η έκδοση πολλών πιστοποιητικών που μπορούν να περιοριστούν με διασταυρώσεις στοιχείων κ.λπ. επηρεάζουν αρνητικά τις διαδικασίες των τομέων ελέγχου και είσπραξης.