ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Απαισιόδοξοι οι Πολωνοί για την πορεία της οικονομίας τους

Φθάνοντας στη Βαρσοβία την Παρασκευή, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, σκοπεύει, κατά τα λεγόμενα της συμβούλου εθνικής ασφαλείας της χώρας του, Κοντολίσα Ράις, να «γιορτάσει» την πολιτική και οικονομική επιτυχία της Πολωνίας. Ελάχιστοι Πολωνοί συμμερίζονται αυτή την αισιοδοξία.

Ποτέ τα τελευταία 11 χρόνια δεν ήταν τόσο έντονη η αντίθεση μεταξύ της εντύπωσης που έχει ο έξω κόσμος για την Πολωνία και αυτής που έχουν οι Πολωνοί για τους εαυτούς τους. Η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ έχει πέσει από το 7% προ πενταετίας στο 4% πέρσι και ίσως στο 3% φέτος. Η ανεργία έχει φθάσει το 16% και πολλοί ανησυχούν ότι θα ανέβει περισσότερο καθώς διεξάγονται ευρείας κλίμακας αναδιαρθρώσεις για να ετοιμαστεί η χώρα για την κοινή αγορά. Στο μεταξύ, το έλλειμμα του προϋπολογισμού αναμένεται να ξεπεράσει τον κυβερνητικό στόχο του 2,6% του ΑΕΠ.

Τα τρία τέταρτα των Πολωνών θεωρούν ότι η οικονομία «οδεύει σε λάθος κατεύθυνση». Επίσης, παρότι η ελάχιστα δημοφιλής κυβέρνηση του Ζέρζι Μπούζεκ, που έχει δεσμούς με την Αλληλεγγύη, αναμένεται να ηττηθεί στις εκλογές τον Σεπτέμβριο, οι ελπίδες τους ότι κάτι θ’ αλλάξει είναι πολύ μικρές.

«Η κατάσταση είναι χειρότερη από ποτέ», υποστηρίζει λέει ο Ντουλέπ Αλουβιχάρε, επικεφαλής της Arthur Andersen στη Βαρσοβία από το 1990. Η έλλειψη εμπιστοσύνης των ξένων εταιρειών εκφράσθηκε πρόσφατα με την απόλυση 750 εργαζομένων από την εταιρεία FΙΑΤ.

Οι δυσκολίες της Πολωνίας είναι τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες. Τα βραχυπρόθεσμα προβλήματα σχετίζονται με την έλλειψη της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, που εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας. Πολλές εταιρείες, περιλαμβανομένης και της FIAT, κατηγορούν την Κεντρική Τράπεζα ότι κάνει τα πράγματα χειρότερα διατηρώντας σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια.

Ο συνδυασμός ενός αδύναμου ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και μιας πιθανής μείωσης των επιτοκίων έχει αυξήσει τις πιθανότητες μιας απότομης υποτίμησης του ζλότι, αντίστοιχης με τη νομισματική κρίση του 1995 στην Ουγγαρία και του 1997 στην Τσεχία. Ορισμένοι οικονομολόγοι προβλέπουν υποτίμηση του ζλότι μεταξύ 15% και 20% φέτος.

Ομως, τόσο η κυβέρνηση όσο και η Κεντρική Τράπεζα θεωρούν ότι η υποτίμηση του νομίσματος θα είναι εύκολα αντιμετωπίσιμη. Μάλιστα, ο υπουργός Οικονομικών, Γιέροσλαβ Μπάουκ, έχει δηλώσει ότι μια υποτίμηση της τάξης του 10% θα ήταν ευπρόσδεκτη.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι τα προβλήματα που προέρχονται από τις κυκλικές διακυμάνσεις θα επιλυθούν, καθώς το νόμισμα θα πιεστεί προς τα κάτω και τα επιτόκια θα πέσουν. Επίσης, οι ρυθμοί ανάπτυξης προβλέπεται να τονωθούν το ερχόμενο έτος, ενώ σύμφωνα με την Standard & Poor’s οι οικονομικές προοπτικές της χώρας είναι θετικές.

Οι ανακατατάξεις στο δημόσιο τομέα έχουν καθυστερήσει εξαιτίας του φάσματος των απολύσεων. Ο κυβερνήτης της Κεντρικής Τράπεζας, Λέζεκ Μπαλτσέροβιτς, πιστεύει ότι η απάντηση βρίσκεται στις φοροαπαλλαγές και την απορρύθμιση, η οποία θα ενθαρρύνει τις νέες επιχειρήσεις. Ομως η κυβέρνηση, που εξακολουθεί να έχει ισχυρούς δεσμούς με τα συνδικάτα, έχει αποφύγει τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας.

Δεν είναι σαφές αν η Δημοκρατική Συμμαχία της Αριστεράς, που αναμένεται να αναλάβει την εξουσία, θα πράξει διαφορετικά. Η Συμμαχία έχει δηλώσει ότι θέλει να ευνοήσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας, ίσως κάνοντας χρήση και του εργαλείου της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας. Ομως το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα προτείνει μέτρα που θα βλάψουν τον κύριο κορμό των υποστηρικτών της, δηλαδή τους δημοσίους υπαλλήλους.

Ομως, ακόμη κι αν αποφύγει τις μεταρρυθμίσεις που θα οδηγούσαν στην ανεργία τους δημοσίους υπαλλήλους, η κυβέρνηση θα δυσκολευθεί να συγκρατήσει τους αριθμούς των ανέργων. Ολα αυτά έχουν γεννήσει φόβους πολιτικής αστάθειας, ενώ ορισμένοι φοβούνται την άνοδο της λαϊκιστικής ακροδεξιάς. Ο Αλεξάντερ Κβασνιέφσκι, που εξελέγη πέρσι για δεύτερη φορά, έχει δηλώσει «πρόεδρος όλων των Πολωνών». Ομως η κυβέρνηση δεν έχει βρει ακόμη τρόπο να κάνει όλους τους πολίτες συμμετόχους στην ευημερία.