ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

Με αντιφατικά μηνύματα βομβαρδίζεται καθημερινά ο πολίτης όσον αφορά την πορεία της οικονομίας. Διεθνώς καταγράφεται τάση συγκράτησης των αισιόδοξων εκτιμήσεων. Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ και στη συνέχεια στην Ευρώπη, όλοι οι ειδικοί οργανισμοί αναθεωρούν τις αρχικές τους προβλέψεις και εκτιμούν τώρα ότι η ανάπτυξη που αναμένεται θα είναι μικρότερη. Μικρότερη αλλά υπαρκτή. Οι εκτιμήσεις αυτές λειτουργούν σαν ένα σωσίβιο που πιάνει ο απελπισμένος που πνίγεται για την ελληνική κυβέρνηση. Εύλογο ακούγεται το συνηθισμένο επιχείρημα για κάθε είδους αποτυχία: Δεν φταίμε εμείς, φταίνε οι άλλοι. Εφόσον η ανάπτυξη σε ολόκληρη την Ευρώπη μετριάζεται είναι αναπόφευκτο να αναθεωρήσουμε και τις δικές μας προβλέψεις…

Παρόλα αυτά, η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας θα είναι σημαντική, από τους υψηλότερους ρυθμούς στην Ευρώπη, οι λιανικές πωλήσεις δεν έχουν καταποντιστεί και η Τράπεζα της Ελλάδος ανησυχεί για την αύξηση της πιστωτικής επέκτασης, δηλαδή των δανείων που δίνουν οι τράπεζες κυρίως για καταναλωτικά δάνεια. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν αποτελεί σήμα επερχόμενης ύφεσης.

Το πραγματικό πρόβλημα που θα έπρεπε να απασχολεί όλους είναι ο κίνδυνος να χαθεί άλλη μια ευκαιρία για τη χώρα.

Σε μια μικρή οικονομία όπως είναι η ελληνική και η οποία έχει μικρό βαθμό εξωστρέφειας, η αύξηση του ΑΕΠ είναι ένας στόχος που σχετικά εύκολα μπορεί να επιτευχθεί. Κάποιες μεγάλες επενδύσεις του Δημοσίου, μερικές σημαντικές προμήθειες κρατικών οργανισμών, αρκούν για να καταγραφεί ένας αξιόλογος ρυθμός ανάπτυξης. Είναι όμως αυτή η διατηρήσιμη ανάπτυξη που χρειάζεται η οικονομία προκειμένου να βελτιωθεί δραστικά το βιοτικό επίπεδο; Η μεγάλη ευκαιρία που διαγράφεται είναι η αξιοποίηση του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ) που είναι μια μεγάλη και σχεδόν σίγουρη πηγή εσόδων για τα επόμενα χρόνια. Με βάση την πείρα των προηγούμενων ανάλογων προγραμμάτων, οι κοινοτικές υπηρεσίες έχουν θέσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την εκταμίευση των πόρων αυτών. Είναι βέβαιο ότι και η εγχώρια δημόσια διοίκηση θα φροντίσει να προσαρμοστεί τυπικώς στις απαιτήσεις αυτές. Ούτε αυτός ο γραφειοκρατικός εκσυγχρονισμός επαρκεί για να υπάρξει πραγματική ωφέλεια για τον τόπο. Εχει σημασία οι πόροι του ΚΠΣ να κατευθυνθούν σε πηγές που ενισχύουν μελλοντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Διαφορετικά, η αιφνίδια είσοδος στην οικονομία πόρων που αποτελούν ενίσχυση και δεν αναζητούν την καλύτερη δυνατόν απόδοση, λειτουργούν αρνητικά. Χαλαρώνουν την αγωνία για καλύτερη αξιοποίηση των κεφαλαίων, στρέφουν την επιχειρηματική δραστηριότητα στην αναζήτηση «δωρεάν πόρων» και όχι στην εξασφάλιση μεγαλύτερων κερδών. Επιπλέον, οι ενισχύσεις αυτές διευκολύνουν προσωρινά τις επιχειρήσεις και το κράτος και έτσι ατονούν τα επιχειρηματικά αντανακλαστικά. Μια σειρά από μικρές και μεγαλύτερες επιχειρήσεις εκπαιδεύονται στην προσπάθεια να ανταποκριθούν στις τυπικές απαιτήσεις για να ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα, χάρη στο οποίο αποκτούν (για πόσο διάστημα;) αποτελεσματικότητα. Ο επιχειρηματικός κίνδυνος που αναλαμβάνουν έχει μικρότερη σημασία. Ο ιός του εφησυχασμού είναι ο μεγαλύτερος που απειλεί την ελληνική οικονομία και ο ιός αυτός ευδοκιμεί τόσο στον δημόσιο τομέα και την κυβέρνηση, όσο και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες.

Η λύση προφανώς δεν βρίσκεται στην… επιστροφή των επιδοτήσεων! Το θέμα είναι με ποιον τρόπο η επιδότηση επιχειρήσεων και έργων θα δημιουργήσει προϋποθέσεις ανάπτυξης. Οι ελληνικές κυβερνήσεις είναι αποτελεσματικές στην εξασφάλιση πόρων από την Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά αδιαφορούν για τη σωστή αξιοποίησή τους. Ισως γιατί ο μοναδικός τρόπος είναι ο δύσκολος. Είναι η ένταση του ανταγωνισμού, η απελευθέρωση των αγορών, η εφαρμογή πραγματικών ιδιωτικοποιήσεων και όχι εικονικών με κόλπα όπως η μετοχοποίηση, καθώς και η ενίσχυση της εκπαίδευσης. Οσο πρωτοβουλίες με αυτούς τους στόχους ατονούν ή μετατίθενται στο μέλλον, η ελληνική οικονομία θα πετυχαίνει έναν ευάλωτο στη συγκυρία ρυθμό ανάπτυξης. Οσο η ανάπτυξη της χώρας δεν πυροδοτείται από εσωτερικούς λόγους, θα αναζητούμε άλλοθι στη διεθνή συγκυρία, τις τιμές του πετρελαίου και άλλους ανεξέλεγκτους παράγοντες.

Η Οδών & Οδοστρωμάτων δεν είναι, βεβαίως, η μοναδική κατασκευαστική εταιρεία που συμμετέχουν οι βασικοί μέτοχοι της Altec.