ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Ενώ οι κερδοσκόποι καιροφυλακτούν… και οι επενδυτές ανά τον κόσμο παραμένουν θαμπωμένοι από το ελκυστικό προφίλ του δολαρίου… η Ευρώπη της ΟΝΕ αναζητεί τη σωτηρία μιας παρέμβασης υπέρ του παραπαίοντος ευρώ… και οι Αμερικανοί βιομήχανοι εκλιπαρούν την Ουάσιγκτον να υπογράψει μια αντίστοιχη συμφωνία, όπως την περίφημη «PLAZA agreement» του 1985, που θα ανακόψει την ξέφρενη άνοδο του δολαρίου, που έχει φθάσει στα ύψη 15 ετών. Τώρα… οι Αμερικανοί βιομήχανοι ζητούν από την κυβέρνηση Μπους να υπερασπισθεί τα συμφέροντά τους και να πάψει να τα θυσιάζει στον βωμό της πολιτικής του «ισχυρού δολαρίου» και ψελλίζουν ότι μπορεί να επιτευχθεί μια αντίστοιχη με την ιστορική εκείνη συμφωνία. Δηλαδή, ζητούν από την κυβέρνηση Μπους να υπογράψει μια συμφωνία τύπου «PLAZA agreement» που πέτυχαν οι επτά πλουσιότερες χώρες του κόσμου το 1985 στο ξενοδοχείο Plaza της Νέας Υόρκης, με την οποία τότε άλλαξαν την κατεύθυνση του δολαρίου. Τότε ανέκοψαν την αλματώδη άνοδο του δολαρίου και σηματοδότησαν την καθοδική κατεύθυνσή του. Και πώς επέτυχαν τότε τον στόχο τους; Στο κοινό ανακοινωθέν που εξέδωσαν, όχι μόνο έκαναν σαφή την πρόθεσή τους πως με συντονισμένες παρεμβάσεις θα επιδιώξουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή την πτώση του δολαρίου, αλλά παρουσίασαν και μια σειρά μέτρων για το πώς θα επιτευχθεί αυτό. Μεταξύ αυτών καθόρισαν και τις ποσότητες (!) των δολαρίων που θα”πρεπε να πουλήσει η κάθε χώρα μέσω της Κεντρικής της Τράπεζας.

Λοιπόν, λένε… πως η ευκαιρία θα δοθεί στους ηγέτες των «Επτά» και στους οικονομικούς ιθύνοντες εντός του Ιουλίου, που πραγματοποιούνται η σύνοδος κορυφής και η συνάντηση των υπουργών Οικονομικών/Οικονομίας και των διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών του «Ομίλου των G7», δηλαδή των επτά οικονομικά ισχυρότερων χωρών του κόσμου (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γερμανία, Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία και Καναδάς). Ωστόσο, όμως, η γράφουσα δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή, ότι μια συμφωνία τύπου είτε «Plaza agreement» ή «Louvre Accord», είναι εφικτή δεδομένης της σύγκρουσης των πολιτικο-οικονομικο-εμπορικών συμφερόντων που επικρατεί στους κόλπους του G7. Η γράφουσα θα επαναλάβει ως απάντηση… ότι: «λόγω της σαφούς διαφοράς των οικονομικών στόχων και των fundamentals της αμερικανικής και των λοιπών οικονομιών, αλλά και της παγίδευσης της Ουάσιγκτον στην προώθηση της γεωπολιτικής στρατηγικής του νέου πλανητάρχη Τζορτζ Μπους, είναι αδύνατη η υπογραφή παρόμοιων συμφωνιών.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας των Αμερικανών βιομηχάνων (National Association Manufacturers) δήλωσε προχθές σε συνέντευξη Τύπου, πως ξεκινούν εκστρατεία για να πείσουν την κυβέρνηση Μπους και το Κογκρέσο για το κόστος της χαμένης ανταγωνιστικότητας που αντιμετωπίζει η αμερικανική βιομηχανία. Οι Αμερικανοί βιομήχανοι υποστηρίζουν πως η υπερτίμηση κατά 25-30% του δολαρίου τους πλήττει θανάσιμα. Ηδη σε επιστολή με ημερομηνία 4 Ιουνίου που έστειλαν στον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών 6 κορυφαίοι επιχειρηματικοί οργανισμοί των ΗΠΑ – National Association of Manufacturers, Aerospace Industries Association, the American Forest and Paper Association, the Association of Manufacturing Technology, the Automotive Trade Policy Council και the Motor Equipment Manufacturers Association – διαμαρτύρονται για το «ισχυρό δολάριο». Αλλά, η δήλωση του εκπροσώπου του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, που επανέλαβε την πάγια πολιτική των ΗΠΑ περί «ισχυρού δολαρίου», έριξε παγωμένο νερό στις ελπίδες τους. Ηδη ο υπουργός Οικονομικών, ο 65άρης Πολ Ο’ Νιλ, έχει δηλώσει το αυτονόητο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «ευνοούνται και επωφελούνται» από την πολιτική του «ισχυρού δολαρίου».

Ενώ είναι κοινή η πεποίθηση με όσους συνομίλησα στη Νέα Υόρκη, πως το ευρώ θα παραμείνει «παγιδευμένο» στα δίχτυα του Λευκού Οίκου και σε μια κυβέρνηση απρόθυμη να ακολουθήσει μια πολιτική που θα αποσταθεροποιήσει το ισχυρό δολάριο. Μια πεποίθηση που έχει πυροδοτήσει δυσοίωνες προβλέψεις για πτώση του ευρώ χαμηλότερα και από το ναδίρ των 82,25 σεντς. Επι πλέον, να επισημανθεί το γεγονός πως όσο ο «σοφός» τραπεζίτης του αμερικανικού καπιταλισμού, Αλαν Γκρίνσπαν, παραμένει στη θέση του προέδρου της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, θα διασφαλίζει τη συνέχιση της πολιτικής του «ισχυρού δολαρίου». «Κρύος ιδρώτας» φαίνεται πως άρχισε να περιλούζει και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς θεωρείται πως θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να πείσει την κυβέρνηση Μπους να τη βοηθήσει στις παρεμβάσεις στήριξης του ευρώ. Ωστόσο, «Any given day»…το ευρώ θα ελπίζει να επαναληφθεί η περιβόητη εκείνη παρέμβαση που έκαναν για να το σώσουν οι κεντρικές τράπεζες του G7 την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου του 2000. Τι ειρωνεία… Ενώ η κυβέρνηση της Σουηδίας είχε την ευθύνη της συνόδου κορυφής του νέου πλανητάρχη Τζορτζ Μπους με τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην πόλη του Γκέτεμποργκ, η Κεντρική της Τράπεζα (Riksbank) προσπαθούσε επί διήμερον με παρεμβάσεις να στηρίξει το νόμισμα της χώρας. Προχθές η σουηδική κορώνα κατέρρευσε στα χαμηλότερα σχεδόν επίπεδα της ιστορίας της έναντι του δολαρίου και η Riksbank έκανε παρεμβάσεις για να τη διασώσει! Η κίνηση αυτή της Riksbank έδωσε και το μήνυμα στις αγορές χρήματος ότι επίκεινται παρεμβάσεις με στόχο και τη στήριξη του ευρώ. Οι φήμες ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι έτοιμη και αυτή να κάνει παρεμβάσεις (αγοράζοντας ευρώ και πουλώντας δολάρια) με στόχο τη στήριξή του, αναθερμάνθηκαν. Η φημολογία αυτή ήταν ο καταλύτης για την ανάκαμψη του ευρωνομίσματος υπενθυμίζοντας την κοινή παρέμβαση του G7.

Απλώς, να θυμίσω ότι το ευρώ είχε καταρρεύσει την Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2000 στα 82,25 σεντς έναντι του δολαρίου και στα 88,84 γιεν έναντι του γιεν. Να επισημανθεί ότι με την πτώση εκείνη το ευρώ από τη γέννησή του τη Δευτέρα 4 Ιανουαρίου του 1999 είχε χάσει το 31% της αξίας του έναντι του δολαρίου και το 33% της αξίας του έναντι του γιεν! Να θυμίσω πως το ευρώ μετά την περιβόητη παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών του G7, την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου του 2000, και στη συνέχεια τις τρεις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στις 3 Νοεμβρίου, στις 6 Νοεμβρίου και στις 9 Νοεμβρίου του 2000, είχε ανακάμψει και τον Ιανουάριο έχει αγγίξει τα 96 σεντς. Μια ανάκαμψη που είχε προκαλέσει ελπίδες ότι οι «μαύρες» μέρες αποτελούν παρελθόν, που, όμως, αποδείχθηκαν για πολλοστή φορά φρούδες. Εχει επισημανθεί επανειλημμένως από τη στήλη αυτή ότι η επίδραση και η επιτυχία των παρεμβάσεων είναι πρόσκαιρη, καθώς οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο με έναν αντίπαλο που είναι πανίσχυρος και διαθέτει το όπλο των ημερήσιων συναλλαγών ύψους 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων. Αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) έχει ξοδέψει από τις αρχές του 1999 στις αγορές ποσά-ρεκόρ των συναλλαγματικών της διαθεσίμων ύψους 80 δισ. δολαρίων, παρεμβαίνοντας 17 φορές με πωλήσεις γιεν, και πέτυχε απλώς να ανακόψει πρόσκαιρα την πτώση του ευρώ.

Στα μάτια των Ευρωπαίων τουλάχιστον, ο πρόεδρος Μπους αντιπροσωπεύει μια κοινωνία βουτηγμένη στο όπλο και στη βία, που της αρέσουν τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, που εφαρμόζει έναν ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, τον «κανιβαλιστικό» καπιταλισμό. Αυτοί οι Ευρωπαίοι ταυτίζουν την παγκοσμιοποίηση με την αμερικανοποίηση, φοβούνται δε ότι θα υπερκεραστούν από αξίες που απεχθάνονται.