ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ

Ο Χασάν είναι ο πρωταγωνιστής του τηλεοπτικού (και ραδιοφωνικού) διαφημιστικού σποτ για τη νομιμοποίηση των μεταναστών. Ο εργοδότης (τι άλλο μπορεί να είναι;) εμφανίζεται στην οθόνη να νουθετεί τον (παράνομο) υπάλληλό του. «Νόμιμα πράγματα», του λέει. «Σχολείο για τα παιδιά, ασφάλιση, νοσοκομεία». «Είναι εύκολο;» ρωτάει αμφιβάλλοντας ο Χασάν, με το πρόσωπο «φλουταρισμένο» (ή γιατί είναι πραγματικός και κρύβεται, ή γιατί ο σκηνοθέτης είναι οπαδός του cinema verita, ή γιατί ο μετανάστης είναι μονάδα άνευ προσωπικότητας). «Πολύ απλό», απαντά ο «εικονικός» εργοδότης και ευτυχώς κάπου εκεί τελειώνει το διαφημιστικό σποτ. Ευτυχώς, γιατί βάσει αυτού του συνειρμού θα βλέπαμε την ευτυχή οικογένεια του Χάσαν στο σπιτικό της, με τις άδειες παραμονής και τις πράσινες κάρτες ανά χείρας να χαίρονται τα πλούσια ελέη της νομιμότητας.

Στην πραγματικότητα ο Χασάν βρίσκεται μόλις στην αρχή μιας πολύμηνης Οδύσσειας που θα του κοστίσει σε περιπέτειες και χρήμα με αμφίβολη ανταπόδοση. Γύρω από την αγωνία και την ανασφάλειά του έχει στηθεί ένας χορός δισεκατομμυρίων με πρωταγωνιστές κράτος, ασφαλιστικά ταμεία, αλλά και χρυσοκάνθαρους που εμφανίζονται ως «εγγυητές» της νομιμοποίησης. Είκοσι δισ. θα εισπράξουν οι εφορίες για τα παράβολα που συνοδεύουν κάθε αίτηση. Τα ασφαλιστικά ταμεία ευελπιστούν να εισπράξουν πάνω από 50 δισ. από τους ανασφαλείς μετανάστες που θα σπεύσουν να εξαγοράσουν ένσημα. Το υπουργείο Εξωτερικών θα εισπράξει ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό από τα χιλιάδες δικαιολογητικά που θα μεταφράσει. Μέχρις εδώ έχουμε τη «λευκή οικονομία» της νομιμοποίησης. Αλλά ο Χασάν έχει να αντιμετωπίσει και τη «μαύρη οικονομία» της νομιμοποίησης. Ενας μεγάλος αριθμός δικηγόρων έχει «ανοίξει» φάμπρικα με τους χιλιάδες μετανάστες που προσφεύγουν στις νομικές τους συμβουλές. Ζητούν από 100.000-200.000 το «κεφάλι» και η συμβολή τους εξαντλείται στο να υποδεικνύουν κάθε φορά στον μετανάστη να προσφύγει στη μία ή την άλλη υπηρεσία να εκδώσει, να μεταφράσει ή να επικυρώσει εκείνο ή το άλλο έγγραφο, που είναι άγνωστο πού και πώς θα χρησιμοποιεί. Τουριστικά γραφεία και ιδιώτες αγνώστου ιδιότητος δημοσιεύουν αγγελίες στις δεκάδες «αυτοσχέδιες» ξενόγλωσσες εφημερίδες για προσφορά υπηρεσιών βέβαιης διεκπεραίωσης της διαδικασίας νομιμοποίησης.

Ο Χασάν όμως δεν έχει την πολυτέλεια να ρισκάρει. Ακόμη και αν καταφέρει να συνειδητοποιήσει το εμπόριο ελπίδας που έχει στηθεί γύρω του, θα κάνει τα πάντα για να διασφαλίσει το «μαγικό χαρτί» που θα τον φέρει στον κόσμο της νομιμότητας. Θα πληρώσει, θα τρέξει, θα στηθεί καρτερικά στην ουρά για να πάρει την πολύτιμη εξάμηνη άδεια παραμονής. Και μετά; Νέα Οδύσσεια, για την άδεια εργασίας. Οι σοφοί συντάκτες του νόμου έδωσαν στον Χασάν τη δυνατότητα να βρίσκεται νόμιμα στη χώρα για έξι μήνες, αλλά όχι και να εργάζεται νόμιμα. Αλλά παρ’ όλα αυτά απαιτούν στη δεύτερη φάση της νομιμοποίησης να εμφανιστεί με σύμβαση εργασίας, ασφαλισμένος και με βιβλιάριο περίθαλψης. Πώς θα τα εξασφαλίσει αυτά, αν και «ημιπαράνομος», είναι ένα μυστήριο που επαφίεται στη φαντασία των ερμηνευτών του και στον αυτοσχεδιασμό των κρατικών υπαλλήλων που θα εφαρμόσουν το ακατάληπτο νομοθέτημα.

Η αλήθεια είναι ότι τον Χασάν, όπως και τη σύζυγό του, τη Φατίμα ή Αϊσέ ή Μαρία ή Σβετλάνα, τους έχουμε ανάγκη. Αφού τους είχαμε ανάγκη ως παράνομους, γιατί να μην τους έχουμε ανάγκη και ως νόμιμους; Τον Χασάν τον έχουμε ανάγκη για να δουλέψει στα κτήματα, στις οικοδομές, στους κήπους των εξοχικών μας ή στα μικρομέγαλα δημόσια έργα. Τη Φατίμα την έχουν ανάγκη τα περισσότερα νοικοκυριά- εκατοντάδες χιλιάδες!- για να τους προσέξει τα παιδιά ή για να τους «μαζέψει» το σπίτι. Μία στις δύο ελληνικές οικογένειες (δεν έκανα καμιά στατιστική, εμπειρικώς το λέω) ζει αυτή την εποχή με το δίλημμα: Χρειάζομαι έναν Χασάν με δικαιώματα ή είναι προτιμότερος ένας φοβισμένος και μονίμως κρυπτόμενος Χασάν;

Υποτίθεται ότι η εκσυγχρονιστική πλην κοινωνικά ευαίσθητη κυβέρνηση αποφάσισε να υπερβεί τις αναστολές της, ακόμη και το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος, να έλθει σε ρήξη και με κάποια υποβόσκοντα ξενοφοβικά ανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας και να δώσει «την τελευταία ευκαιρία» στον Χασάν. Αλλά δεν έκανε -ούτε κάνει- την παραμικρή προσπάθεια να πείσει τις μικρές απολήξεις της εξουσίας που διαχειρίζεται-τους απρόθυμους δήμους, την καχύποπτη αστυνομία, τους δύσπιστους δημοσίους υπαλλήλους- ότι πρέπει να βοηθήσουν ουσιαστικά τον Χασάν όχι απλώς να πάρει το «χαρτί», αλλά να ενταχθεί στον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της χώρας. Ισως γιατί στην πίσω πλευρά του μυαλού τους αντιμετωπίζουν αυτή τη διαδικασία όχι σαν την ευκαιρία του Χασάν, αλλά σαν ευκαιρία να απαλλαγούμε απ’ τον Χασάν. «Πρώτα η εκτέλεση, ύστερα η απόφαση», που θα ‘λεγε και η Βασίλισα στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Ακόμη και ο ακραιφνώς φιλελεύθερος υπουργός Εξωτερικών δεν αντέστη στον πειρασμό να υπενθυμίσει στους επιθετικούς Ουτσεκάδες της FYROM την παρουσία στη χώρα μας εκατοντάδων χιλιάδων Αλβανών που περιμένουν νομιμοποίηση (γιατί άραγε;). «Δεν θα γίνουμε ξέφραγο αμπέλι», λέει συχνά θυμωμένη και η αρμοδία υπουργός.

Το ίδιο είπαν πιθανώς και οι Πελασγοί όταν αντίκριζαν τους Δωριείς να κατεβαίνουν στην Ελλάδα με τα σιδερένια τους όπλα (πώς δεν σκέφτηκαν να τους απαιτήσουν πράσινες κάρτες;). Το ίδιο είπαν και οι Ρωμαίοι όταν έβλεπαν τις ορδές των γοτθικών φύλων να σαρώνουν βόρεια και δυτικά την αυτοκρατορία (όταν δεν πολεμούσαν μαζί τους, αναλώνονταν σε διαδικασίες «λατινοποίησης»). Κάπως έτσι γράφτηκε η ιστορία χιλιετιών.

Πιθανώς λοιπόν το τέλος της Οδύσσειας του Χασάν να είναι η απέλαση. Αλλά όσα σύνορα -γεωγραφικά, νομικά, οικονομικά, αστυνομικά, γραφειοκρατικά- και αν ορθώσουμε ο Χασάν θα ξαναέρθει. Εστω και κολυμπώντας. Θα μας φέρει πάλι αντιμέτωπους με τις ενοχές μας, τις φοβίες μας, τις αγκυλώσεις μας. Πάλι θα πρέπει να σκεφτούμε μια τρίτη ευκαιρία. Και τέταρτη και πέμπτη. Μήπως του οφείλουμε από τώρα τουλάχιστον μια καθαρή, τίμια και αμοιβαία επωφελή συναλλαγή; Ο Χασάν είναι η τελευταία μας ευκαιρία να συμφιλιωθούμε με την ιστορία της ανθρωπότητας.

Ηταν η εποχή που η αγορά λειτουργούσε με έναν δυο νόμους, χωρίς κανονιστικές πράξεις, χωρίς μηχανισμούς και τεχνικές παρακολούθησης. Σκεφτείτε ότι το γραφείο του προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ήταν στον 8ο όροφο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (μια απλή υπηρεσία του δηλαδή) και από το μεσότοιχο μπορούσε κανείς να ακούσει τα πάντα.