ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η «βιώσιμη ανάπτυξη» ως ολιστική πολιτική στη Σύνοδο του Γκέτεμποργκ

Βιώσιμη ή αειφορική ανάπτυξη είναι εκείνη που «ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες» σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε η περίφημη «έκθεση Μπρούτλαντ» των Ηνωμένων Εθνών εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια. Και από την Παρασκευή στο Γκέτεμποργκ για πρώτη φορά μια Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. έθεσε σε υψηλή προτεραιότητα την αναζήτηση μιας τέτοιας ανάπτυξης συνολικά για το κοινωνικοοικονομικό μοντέλο της Ε.Ε.

Ο όρος «βιωσιμότητα» εισέρχεται στο κοινοτικό λεξιλόγιο ήδη με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το ’91. Ωστόσο, είναι μόνο με την εκπόνηση της «Στρατηγικής της Λισσαβώνας» τον Μάρτιο του 2000 που η «βιώσιμη ή αειφορική ανάπτυξη» παύει να αντιμετωπίζεται ως τομεακή πολιτική για την προστασία του περιβάλλοντος και αρχίζει να θεωρείται ως βασικό συστατικό στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, στην ανταγωνιστικότητα, την κοινωνία της γνώσης αλλά και την κοινωνική συνοχή.

Προτάσεις

Στο δε Γκέτεμποργκ οι εταίροι εξέτασαν συγκεκριμένους τρόπους γι’ αυτό το «πάντρεμα»αειφορίας-εκσυγχρονισμού-ανταγωνιστικότητας, έχοντας στη διάθεσή τους προτάσεις από τις περισσότερες χώρες-μέλη και ένα κείμενο «στρατηγικής» που εκπόνησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Με βάση τις τελευταίες συζητήσεις και τάσεις, όλες οι πολιτικές της Ε.Ε. πρέπει πλέον να έχουν ως κεντρικό στόχο την αειφορική ανάπτυξη. Επομένως, οι προσεχείς αναθεωρήσεις των κοινών πολιτικών της Ε.Ε. (Κοινή Αγροτική Πολιτική, Κοινή Αλιευτική Πολιτική, Κοινή Πολιτική Μεταφορών, Διαρθρωτικές Πολιτικές, Πολιτικές για την Ενέργεια), πρέπει να αποβλέπουν στο πώς θα μπορέσουν να συνεισφέρουν κατά το δυνατόν θετικότερα στην αειφόρο ανάπτυξη. Ομως, ακόμη και οι διαδικασίες για την αναθεώρηση των κοινωνικών πολιτικών, οι πολιτικές κοινωνικής συνοχής, η αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί η δημογραφική συρρίκνωση και τα ελλείμματα στα ασφαλιστικά ταμεία είναι προβλήματα που κι αυτά αναζητούν τη «βιωσιμότητα».

Στη βάση λοιπόν της λογικής ότι η αειφορία δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, η Ε.Ε. έχει προσδιορίσει έξι σημαντικές τάσεις που συνιστούν απειλή για τη βιώσιμη ανάπτυξη: την αλλαγή του κλίματος, τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, την αυξανόμενη πίεση σε ζωτικής σημασίας φυσικούς πόρους, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη γήρανση του πληθυσμού, τη συμφόρηση και ρύπανση εξαιτίας του τρόπου μεταφορών και χρήσης της γης.

Σε ό,τι αφορά τις κλιματικές αλλαγές, η Ε.Ε. έχει δεσμευτεί να προχωρήσει στην επικύρωση του Πρωτοκόλλου του Κιότο ακόμη και μετά την υπαναχώρηση της κυβέρνησης Μπους και την διάσταση πλέον των απόψεων με τις ΗΠΑ, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και στη Σύνοδο Κορυφής Ε.Ε./ΗΠΑ που προηγήθηκε του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Γκέτεμποργκ. Ετσι, η Ε.Ε. θα εξετάσει μέσα στο αμέσως προσεχές διάστημα τη σταδιακή εξάλειψη των επιδοτήσεων υπέρ της παραγωγής και κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων μέχρι το 2010, τη διαμόρφωση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου για τη φορολογία ενέργειας, την ανάπτυξη του συστήματος αγοράς/πώλησης ρύπων, την προώθηση εναλλακτικών καυσίμων (όπως βιοκαύσιμα για αυτοκίνητα και φορτηγά), καθώς και την ανάληψη δράσεων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

Συναντίληψη

Σε ό,τι αφορά τα θέματα δημόσιας υγείας, στην πρώτη γραμμή βρίσκεται η ασφάλεια και ποιότητα των τροφίμων, οι επιπτώσεις από επικίνδυνα χημικά προϊόντα, η εμφάνιση λοιμωδών ασθενειών και η αντοχή στα αντιβιοτικά. Ετσι, τα μέτρα που θα δοκιμαστούν είναι η δημιουργία Ευρωπαϊκής Αρχής Τροφίμων από το 2002, ο αναπροσανατολισμός της ΚΑΠ σε συστήματα αειφορίας και ολοκληρωμένης διαχείρισης, η βελτίωση της πληροφόρησης των καταναλωτών και η ενίσχυση της υγιεινής και ασφάλειας στον τόπο εργασίας.

Ως προς τη διαχείριση των φυσικών πόρων υπάρχει πλέον συναντίληψη ότι πρέπει να προστατευτεί η βιοποικιλότητα και να υπάρξει μια ορθολογικότερη σχέση μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης, χρήσης πόρων και παραγωγής αποβλήτων. Για τον λόγο αυτό μέσα στα επόμενα χρόνια θα προωθηθεί η θέσπιση δεικτών βιοποικιλότητας και χρήσης πόρων, η μείωση των αλιευτικών στόλων της Ε.Ε. σε επίπεδο συμβατό με την παγκόσμια αειφορία, η περαιτέρω μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, η εφαρμογή «Ολοκληρωμένης Πολιτικής Προϊόντος» για τη μείωση των αποβλήτων, καθώς και η εισαγωγή κοινοτικής νομοθεσίας για την «περιβαλλοντική ευθύνη» μέχρι το 2003.

Παραδοχές

Τέλος, σε ό,τι αφορά τα συστήματα μεταφορών και τη χρήση της γης, υπάρχουν πλέον δύο παραδοχές: πρώτον, ότι η οικονομική μεγέθυνση δεν πρέπει πλέον να σημαίνει και συνεχώς αυξανόμενη συμφόρηση και ρύπανση από τις μεταφορές δεύτερον, ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στη βιωσιμότητα των αγροτικών κοινοτήτων και στην αντιμετώπιση της αστυφιλίας. Τα δε βασικά μέτρα στον τομέα αυτό περιλαμβάνουν: ένα πλαίσιο για τα μεταφορικά κόμιστρα, ώστε να καθοριστούν σωστές τιμές για τους διαφόρους τρόπους μεταφορών νέα ιεράρχηση των επενδύσεων στις σιδηροδρομικές μεταφορές και τα δημόσια μέσα μεταφοράς κίνητρα για την ανάπτυξη των πλωτών μεταφορών στο εσωτερικό των χωρών-μελών και της ναυσιπλοΐας μικρών αποστάσεων απελευθέρωση των σιδηροδρομικών μεταφορών και ενοποίηση της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η Ε.Ε. δείχνει να γυρίζει σελίδα και να βαδίζει προς μια πιο «βιώσιμη» οικονομία σε σχέση με τους ανταγωνιστές της (ΗΠΑ, Ιαπωνία κ.λπ.). Και όπως προαναφέρθηκε, η τάση αυτή δεν αφορά μόνο την ποιότητα του περιβάλλοντος, αλλά και τη διαμόρφωση μιας πιο εκσυγχρονισμένης οικονομίας με την πλήρη έννοια του όρου.

Υπολογισμός