ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε υψηλό πληθωρισμό «ελπίζει» τώρα η κυβέρνηση

Αρκετά υψηλά θα διατηρηθεί σε όλη τη διάρκεια του 2001 ο πληθωρισμός. Στο τέλος του έτους θα κινείται σε επίπεδα υψηλότερα του 3% και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιβεβαιώσει τους αισιόδοξους κυβερνητικούς στόχους.

Η μόνη που δεν πρόκειται να δυσαρεστηθεί από την «αποτυχία» είναι η κυβέρνηση. Και τούτο διότι, όπως όλα δείχνουν, επιλέγει ένα νέο μίγμα οικονομικής πολιτικής, που όχι μόνο ανέχεται τον πληθωρισμό, αλλά τον επιζητεί, καθώς πιστεύει ότι θα τη βοηθήσει να αντέξει τη διεθνή οικονομική ύφεση.

Συστατικό στοιχείο της υπόθεσης είναι τα πάσης φύσεως δάνεια, που καταλήγουν να αποτελούν τον πλέον ισχυρό προωθητικό παράγοντα της ζήτησης στην αγορά. Τα δάνεια αυτά μπορούν μόνο βραχυπρόθεσμα να συντηρήσουν την επίφαση ευφορίας, ενώ απειλούν τα ελλείμματα του ισοζυγίου καθώς καταλήγουν σε προϊόντα που παράγονται σε χώρες εκτός της Ελλάδας.

Μετά τις απανωτές αναθεωρήσεις (προς τα κάτω) για την αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ το 2001, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και ο κ. Γ. Παπαντωνίου βρέθηκαν σε δύσκολη θέση. Αντιλήφθηκαν ότι το ελληνικό ΑΕΠ δεν θα αυξηθεί με ρυθμό 5% εφέτος και βέβαια ούτε η ανεργία πρόκειται να μειωθεί, τη στιγμή που στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ έχουμε συνεχείς απολύσεις εργαζομένων. Εξίσου απογοητετικά συμπεράσματα έβγαλαν και για την πορεία του προϋπολογισμού, όπου τα έσοδα μετά την καταρράκωση του ΧΑΑ εμφανίζουν προς στιγμήν σοβαρές υστερήσεις, που σε ετήσια βάση δεν αποκλείεται να ξεπεράσουν τα 400 δισ. δραχμές.

Οι αρμόδιοι άδραξαν την ευκαιρία της αύξησης του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη και κατέληξαν σε ένα «νέο δόγμα» οικονομικής πολιτικής, που δεν θεωρεί απαραίτητα κακό τον πληθωρισμό. Αντίθετα τον αντιμετωπίζει περίπου σαν εξισορροπητικό παράγοντα, τη στιγμή κατά την οποία δεν γίνονται ξένες άμεσες επενδύσεις στη χώρα.

Τις ενέργειες αυτές αποδέχεται σιωπηρά και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία φαίνεται να πιστεύει, ότι στην παρούσα φάση, λίγος παραπάνω πληθωρισμός δρα κατευναστικά στην κοινωνία, καθώς συμβάλλει, αν όχι στη μείωση της ανεργίας, τουλάχιστον στη διατηρήσή της στα σημερινά επίπεδα του 11 – 12%.

Ποσοστό καθόλου κολακευτικό για την αυτοτιτλοφορούμενη σοσιαλιστική κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός της οποίας φέρνει σαν παράδειγμα προς αποφυγήν την περίπτωση της «νεοφιλελεύθερης» Ιρλανδίας, που αναπτύσσεται με ρυθμούς 8-10%, δίνει πραγματικές αυξήσεις πάνω του 4% και έχει εξαφανίσει την ανεργία.

Η διατήρηση ενός ελληνικού πληθωρισμού στα επίπεδα του 3,6% (όσο δηλαδή και της Γερμανίας) δίνει τη δυνατότητα να διαμορφωθεί το 2001 μια αξιοπρεπής αύξηση του ΑΕΠ, που ελπίζουν στο ΥΠΕΘΟ να είναι πάνω του 4%

Η κυβέρνηση δεν φαίνεται προς το παρόν, τουλάχιστον, να πολυσκέφτεται την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, που είναι ελάχιστη. Οι συνεχείς απώλειες που καταγράφονται στο έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου δεν φαίνεται να την απασχολούν. Ελπίζει ότι κάποια στιγμή οι εισαγωγές ηλεκτρονικών υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων θα μετατραπούν (άγνωστο πώς;) σε επενδύσεις! Τα ίδια επίπεδα πληθωρισμού στην Ελλάδα και τη Γερμανία μπορεί προσωρινά να δίνουν ανάσα στον βαλλόμενο από παντού Γιάννο Παπαντωνίου, αλλά δεν μεταφράζονται σε αντίστοιχα επίπεδα οικονομίας. Η Γερμανία εξάγει τα πάντα, ενώ αντίθετα η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει σχεδόν τα πάντα!

Για τη διατήρηση του πληθωρισμού, αλλά και την αύξηση του ΑΕΠ, στα προαναφερόμενα επίπεδα, όλες οι ελπίδες έχουν εναποτεθεί στα καταναλωτικά δάνεια που χορηγούν αθρόα οι τράπεζες.

Τα δάνεια αποτελούν την κότα που κάνει τα χρυσά αβγά και η κυβέρνηση ελπίζει η κότα αυτή να ζήσει για αρκετό καιρό ή τουλάχιστον για όσο διαρκεί η σημερινή ύφεση.

Η αντίληψη αυτή είναι κατά βάση κεϊνσιανή, αφού έχει ως χαρακτηριστικό στοιχείο την ενίσχυση της κατανάλωσης (όχι μέσω δημοσίων δαπανών) αλλά μέσω των δανείων των τραπεζών.

Οι ρυθμοί αύξηση των καταναλωτικών δανείων είναι τεράστιοι (52% τον Απρίλιο), αλλά όπως αναφέρουν στην Τράπεζα της Ελλάδος κάποια στιγμή θα ισορροπήσουν με αποτέλεσμα να παύσουν να προσφέρουν στο ΑΕΠ τον έντονο βαθμό προώθησης που επιθυμεί η κυβέρνηση.

Οι ξένοι επενδυτές

Επί της ουσίας πάντως δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη λύση. Μετά την απώλεια της κότας του Χρηματιστηρίου (που εκμεταλεύθηκε στο έπακρο η κυβέρνηση), τα πάσης φύσεως δάνεια είναι η μοναδική διέξοδος για να διατηρηθεί ζωντανή η σπίθα της προσδοκίας, ότι η οικονομία κάποια στιγμή θα πάρει εμπρός.

Για να γίνει αυτό, αναφέρουν στην Τράπεζα της Ελλάδος, πρέπει να υπάρξουν άμεσες επενδύσεις, που προς το παρόν συνεχίζουν να αποτελούν άπιαστο όνειρο. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι ξένοι επενδυτές (η έλευση των οποίων έχει διαψευσθεί επώδυνα και οικτρά στην περίπτωση της Σοφοκλέους), θα έρθουν στη χώρα, ότι οι ίδιοι θα εκτιμήσουν ότι τους διασφαλίζονται τα εχέγγυα για κερδοφόρες επενδύσεις.

Η ανοιχτή οικονομία, που επικαλούνταν σαν το εξωτικό φρούτο που θα μας άφηνε όλους κατάπληκτους, οι κ. Κώστας Σημίτης και Γ. Παπαντωνίου, αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι.

Ειδικά δε στην περίπτωση της Ελλάδας, η κατάσταση είναι περισσότερο προβληματική καθώς οι περισσότεροι των κυβερνώντων πιστεύουν ότι η χώρα είναι περίκλειστη όπως ήταν το 1960. Σκεπτόμενοι έτσι δρουν και ανάλογα, με αποτέλεσμα όπως διαφαίνεται να επισωρεύουν περισσότερα προβλήματα απ’ ό,τι ισχυρίζονται ότι επιλύουν.