ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κι όμως η κοινωνική Ευρώπη είναι σε κίνηση

Εντονη πολιτική αντιπαράθεση έχει προκαλέσει στην Ισπανία η ρηξικέλευθη πρόταση του PSOE -του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος που βρίσκεται για δεύτερη τετραετία στην αντιπολίτευση- για τη μεταρρύθμιση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με τη θέσπιση ενός μοναδικού συντελεστή φορολόγησης.

Η κατάργηση της προοδευτικής κλίμακας και η καθιέρωση ενός ενιαίου συντελεστή για τη φορολόγηση όλων των εισοδημάτων είχε έως τώρα συνδεθεί διεθνώς με τις πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις που επιδιώκουν τη μείωση της φορολογίας για τα πλουσιότερα, πιο δυναμικά στρώματα, και τη συρρίκνωση του κράτους, αδιαφορώντας για την ένταση των κοινωνικών ανισοτήτων. Οπως όμως εξηγεί ο εισηγητής της μεταρρύθμισης Χόρντι Σεβίλια, βουλευτής και υπεύθυνος του PSOE για την οικονομική πολιτική, με την προϋπόθεση ότι θα καλύπτονται τα αναγκαία έσοδα του κράτους και εφόσον, όπως προτείνεται, ο ενιαίος συντελεστής συνδυασθεί με ένα αρκετά υψηλό αφορολόγητο όριο -αναφέρει ως παράδειγμα τα 2.000.000 πεσέτες που ισοδυναμούν με 4.095.897 δραχμές-, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη. Διότι παράλληλα εξαλείφονται μια σειρά από απαλλαγές και εκπτώσεις που ευνοούν τα υψηλότερα εισοδήματα, αίρονται οι σημερινές δυνατότητες νόμιμης φοροαποφυγής και περιορίζονται οι δυνατότητες παράνομης φοροδιαφυγής. Σημειώνεται ότι το 2000 μόλις το 0,2% των Ισπανών φορολογουμένων ενέπεσαν στον ανώτατο συντελεστή φόρου εισοδήματος 48% για εισοδήματα άνω των 20 εκατομμυρίων, όχι επειδή οι πλούσιοι είναι τόσο λίγοι, αλλά επειδή μπορούν να μεταφέρουν τα προσωπικά τους εισοδήματα σε εταιρείες και να φορολογούνται εκεί με τους χαμηλότερους συντελεστές που ισχύουν για τα κέρδη. Βασικό στοιχείο της πρότασης είναι ότι προβλέπει ενιαία φορολόγηση των εισοδημάτων από εργασία και από κεφάλαιο.

Εναλλακτικά σενάρια αφορολόγητου ορίου (μεταξύ 1,25 και 1,75 εκατ. πεσετών) και συντελεστή (22,5 έως 31%) επεξεργάσθηκε η διεύθυνση μελετών της τράπεζας BBVA, υπολογίζοντας με δείκτες GINI ότι άλλα οδηγούν σε μεγαλύτερη προοδευτικότητα του φόρου εισοδήματος από την ισχύουσα, και άλλα σε μικρότερη. Τόσο η BBVA, όσο και η άλλη μεγάλη ισπανική τράπεζα, η BSCH, υποστηρίζουν την καθιέρωση ενός ενιαίου συντελεστή. Το γεγονός αυτό επικαλέσθηκε μέσα στον εκνευρισμό της η κυβέρνηση και ο υπουργός Οικονομικών Ροντρίγκο Ράτο, για να κατηγορήσουν τους σοσιαλιστές ότι την πρότασή τους προωθούν οι τράπεζες και οι εργοδότες. Επιφυλακτικά αντέδρασαν άλλωστε σε πρώτη φάση τα συνδικάτα και τμήματα της Αριστεράς. Οι σοσιαλιστές επιμένουν ωστόσο στη συζήτηση της πρότασής τους επί της αρχής, αφήνοντας τον καθορισμό του ύψους του αφορολόγητου και του συντελεστή για αργότερα. Και τονίζουν ότι αν συμπληρωθεί με την προγραμματική τους πρόταση στην κοινωνική πολιτική για την καθιέρωση ενός «εισοδήματος του πολίτη» που να καλύπτει τις βασικές κοινωνικές ανάγκες -το «ελάχιστο εισόδημα ένταξης» που εφαρμόζεται στην Ισπανία σήμερα είναι χαμηλότερο από ένα ελάχιστο όριο διαβίωσης-, ενισχύεται η δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος.

Πολύ πιο σύνθετο από τις δημοσιονομικές κατανομές, και πιο δύσκολο να αντιμετωπισθεί είναι όμως το μεγάλο πρόβλημα της εντεινόμενης ανασφάλειας στην εργασία που πλήττει όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και κινδυνεύει να οδηγηθεί σε νέα έξαρση με την επιβράδυνση της μεγέθυνσης. Στη Γαλλία η κοινοβουλευτική πλειοψηφία συμφώνησε ύστερα από μακρές συζητήσεις την περασμένη εβδομάδα σε ένα νόμο για τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό που προβλέπει αυστηρότερους όρους για τις απολύσεις και ενισχύει το ρόλο των επιχειρησιακών επιτροπών. Οι υπουργοί Κοινωνικών Υποθέσεων των 15, εξάλλου, υιοθέτησαν επιτέλους τη Δευτέρα την οδηγία που εκκρεμούσε από το 1998 για την ενημέρωση και τη διαβούλευση με τους εργαζομένους στις επιχειρήσεις, καθώς η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση Μπλερ συγκατάνευσε εξασφαλίζοντας μεγαλύτερες μεταβατικές περιόδους για την εφαρμογή της. Αλλά τα θετικά αυτά βήματα δεν αντιμετωπίζουν την αυξανόμενη επισφαλή απασχόληση στα περιθώρια των οργανωμένων επιχειρήσεων, όπως αναλύει ο οικονομολόγος Ντανιέλ Κοέν. Η κοινωνική Ευρώπη εντούτοις είναι σε κίνηση.

Ενιαίος συντελεστής… προοδευτικότητας

Το 60% των Ισπανών δεν πιστεύει ότι ο ισχύων φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων είναι προοδευτικός. Αυτό προκύπτει από μια έρευνα του Ινστιτούτου Φορολογικών Μελετών, όπου εμφανίζεται το ποσοστό εκείνων που πιστεύουν ότι οι πλουσιότεροι δεν πληρώνουν σύμφωνα με τα εισοδήματά τους. Επιπλέον, επιβαρύνει περισσότερο τα εισοδήματα από εργασία παρά εκείνα από κεφάλαιο, παρέχει μειώσεις και ελαφρύνσεις από τις οποίες ωφελούνται κυρίως τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, δίνει τη δυνατότητα αποφυγής του φόρου μέσω ενδιάμεσων εταιρειών και συντηρεί ένα υψηλό επίπεδο φοροδιαφυγής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της τελευταίας μεταρρύθμισης που εγκρίθηκε από την προηγούμενη Βουλή.

Οσοι αισθανόμαστε άβολα απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση πραγμάτων, για λόγους είτε ιδεολογικούς, είτε οικονομικής αποτελεσματικότητας, είτε απλά ηθικούς, έχουμε την υποχρέωση να παρουσιάσουμε προτάσεις που θα βοηθήσουν ώστε να την αλλάξουμε. Προτάσεις που, ενώ σέβονται αξίες όπως η επάρκεια των εσόδων του κράτους, η προοδευτικότητα στη συνεισφορά στα γενικά βάρη και η δικαιοσύνη, δεν χάνουν από την οπτική τους εκείνες τις πραγματικότητες του κόσμου όπου ζούμε, που ανεξάρτητα από το αν μας αρέσουν, θα είναι εδώ κάμποσο καιρό ακόμα.

Το Σύνταγμα εγκαθίδρυσε ένα προοδευτικό φορολογικό συμβόλαιο μεταξύ των Ισπανών. Αλλά έχω την πεποίθηση ότι η μορφή υλοποίησής του με το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων του 1978 δέχθηκε τη χαριστική βολή με την αντιμεταρρύθμιση που πραγματοποίησε η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος. Καθώς η στροφή προς τα πίσω μου φαίνεται αδύνατη, το ζητούμενο σήμερα θα ήταν να ορίσουμε ένα μοντέλο που, σεβόμενο τις συνταγματικές αξίες και τις προοδευτικές πεποιθήσεις όσων τις έχουμε, θα ανοίξει μια νέα φάση που θα διαρκέσει τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Μπορούμε να συνεχίσουμε να πορευόμαστε με το σύστημα να γίνεται ολοένα και λιγότερο προοδευτικό και αλληλέγγυο, ή να ανοίξουμε την πόρτα στην καινοτομία εκκινώντας από μια στέρεη θεωρητική βάση, αναλύοντας προς τα πού πηγαίνουν τα πράγματα στον κόσμο και εκτιμώντας ότι από μια στιγμή και μετά είναι χρησιμότερο να χτίσουμε ένα νέο οικοδόμημα, παρά να εξακολουθήσουμε να βάζουμε υποστηλώματα σε ένα άλλο που καταρρέει.

Αυτό είναι το νόημα της πρότασης που επεξεργαζόμαστε στο PSOE για να πάμε σε ένα μοντέλο φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων πιο λογικό, πιο προοδευτικό, πιο σύγχρονο και που κοιτάει προς το μέλλον και όχι προς το παρελθόν. Μια πρόταση που επιδιώκει να ανοίξει μια συζήτηση στο πλαίσιο παραμέτρων που, καθώς είναι καινούργιες για το ευρύ κοινό, πρέπει να εξηγηθούν για να αποφευχθούν βιαστικές κρίσεις. Οι κριτικές στη βάση συμφερόντων από εκείνους που έχουν πολλά να κερδίσουν από το ισχύον άδικο σύστημα είναι αναπόφευκτες, αν και μερικές προκαλούν γέλιο.

Η προοδευτικότητα ενός φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων δεν ορίζεται βασικά από τον αριθμό των κλιμακίων της κλίμακάς του αλλά από το συνολικό του σχεδιασμό. Προπάντων, αν μαζί με τους νόμιμους συντελεστές υπάρχουν μειώσεις, ειδικά καθεστώτα και νόμιμη αποφυγή επιπλέον της παράνομης φοροδιαφυγής, που έχουν ως αποτέλεσμα οι συντελεστές φορολόγησης που πράγματι πληρώνονται να είναι πολύ χαμηλότεροι από τους ονομαστικούς. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στο παράδοξο μιας φαινομενικής προοδευτικότητας, ή στο φετιχισμό του οριακού συντελεστή, όπου ορισμένοι συντελεστές θεωρητικά πολύ υψηλοί οδηγούν στην αντιστροφή της προοδευτικότητας στην πράξη, διότι τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν δρόμους διαφυγής περισσότερο ή λιγότερο νόμιμους.

Παράδειγμα

Με έναν ενιαίο συντελεστή αυτά τα προβλήματα μπορούν να αποφευχθούν και να επιδιωχθεί ο βαθμός προοδευτικότητας που είναι επιθυμητός -και εδώ χρειάζεται η πολιτική συζήτηση- ορίζοντας κατάλληλα το ποσοστό της επιβάρυνσης και το επίπεδο του αφορολόγητου. Αξίζει ίσως να δώσουμε ένα παράδειγμα γι’ αυτήν την υπόθεση: με οποιονδήποτε συντελεστή φορολόγησης και ένα αφορολόγητο δύο εκατομμύρια πεσέτες, ίδιο για όλους, ένας φορολογούμενος με εισόδημα τέσσερα εκατομμύρια πληρώνει φόρο μόνο για το μισό του εισόδημα, ενώ το άλλο μισό απαλλάσσεται. Ενας άλλος φορολογούμενος που έχει οκτώ εκατομμύρια πληρώνει φόρο για τα έξι, δηλαδή για το 75% του εισοδήματός του, και ένας άλλος με σαράντα εκατομμύρια φορολογείται για το 95% του εισοδήματός του.

Φορολογείται δηλαδή περισσότερο όποιος έχει περισσότερα, αλλά με πιο λογικό και διαφανή τρόπο. Η προοδευτικότητα διασφαλίζεται, αφού με έναν ενιαίο συντελεστή η μέση επιβάρυνηση αυξάνεται με το ύψος του εισοδήματος, σε βαθμό που μπορεί να σχεδιασθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι προοδευτικότερος από ένα άλλο μοντέλο με πολλά κλιμάκια.

Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ισότητα, εφόσον εξισωθούν τα εισοδήματα από εργασία και τα εισοδήματα από κεφάλαιο, και να είναι δικαιότερο αν ο συντελεστής του φόρου προσεγγίσει το συντελεστή των εταιρειών -ή αν θεσπισθούν δύο-, ώστε να αποθαρρυνθεί η φοροαποφυγή μέσω πλασματικών εταιρειών, και τα χαμηλότερα εισοδήματα ελαφρύνονται με το αφορολόγητο όριο.

Και είναι πιο σύγχρονο γιατί σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες η τάση πηγαίνει σ’ αυτήν την κατεύθυνση. Αν πάρουμε μόνο τον αριθμό κλιμακίων της φορολογικής κλίμακας, ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ ήταν 14 κλιμάκια τη δεκαετία του ’80, έναντι πέντε κλιμακίων το 1999, με χώρες όπως η Ιρλανδία, η Νορβηγία και η Νέα Ζηλανδία να έχουν δύο, και άλλες όπως η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο τρία. Αυτή η διαδικασία μείωσης των κλιμακίων -που έχει ξεκινήσει και στην Ισπανία- μπορεί να γίνει συντηρητικά, αφαιρώντας περιεχόμενο από το φόρο και επιφυλάσσοντας καλύτερη μεταχείριση σε όσους έχουν περισσότερα, ή αλλάζοντας τη συνολική φιλοσοφία, όπως προτείνουμε εμείς, για να αποκατασταθεί η αρχή ότι φορολογείται περισσότερο όποιος έχει περισσότερα, ανεξάρτητα από το ποια είναι η πηγή από την οποία προέρχεται το εισόδημά του.

Αν μάλιστα προχωρήσουμε στην κατεύθυνση της θέσπισης ενός εισοδήματος του πολίτη (στμ. αυτού που σε μας έχει ονομασθεί ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα) το οποίο συμπληρώνει τη φορολογική με την κοινωνική πολιτική -ώστε να αποτραπούν οι αδικίες που δημιουργεί η σημερινή κατάσταση, όπου η ελάφρυνση ανά παιδί για όσους έχουν επαρκή εισοδήματα για να υποβάλουν δήλωση, είναι μεγαλύτερη από τα βοηθήματα ανά παιδί που χορηγούνται σε όσους έχουν χαμηλότερα εισοδήματα, σε μιαν οριζόντια κατανομή του εισοδήματος, αντί κάθετη, προς αυτούς που έχουν λιγότερα- συνολικά η πρότασή μας μπορεί να είναι πολύ πιο δίκαιη και προοδευτική από το ισχύον μοντέλο.

Πέρα από τις προσωπικές μου πεποιθήσεις, και τις πεποιθήσεις εκείνων στην αριστερά που υποστηρίζουν αυτό το είδος προτάσεων, θελήσαμε να ανοίξουμε τη συζήτηση σε ένα νέο πεδίο. Νέο στον τρόπο που θέλει να υλοποιήσει κάποιες παλιές αρχές: την προοδευτικότητα της φορολογίας, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, την επάρκεια των εσόδων του κράτους ώστε να μπορεί να προωθεί στόχους αναδιανομής.

Διότι αρνούμαι να δεχθώ τον κονφορμισμό εκείνων που λένε ότι δεν υπάρχει λύση απέναντι στο γεγονός ότι η προοδευτικότητα του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων σήμερα ασκείται μόνο στα εισοδήματα εκείνων που συλλαμβάνονται ονομαστικά, καθώς και να σκεφθώ ότι η λύση βρίσκεται στην επιστροφή σε συνταγές του παρελθόντος όταν όλα τα άλλα έχουν αλλάξει. Συνοπτικά αρνούμαι να δεχθώ τόσο την ενιαία σκέψη των μεν, όσο και την παλιά σκέψη των δε. Για να υπερασπισθούμε στον 21ο αιώνα τις φορολογικές αρχές στις οποίες πιστεύω, δεν ξέρω ποια από τις δύο είναι πιο επιζήμια.

Ζητούμενο η καταπολέμηση της επισφαλούς απασχόλησης στις μεγάλες επιχειρήσεις

Μερικοί κακοί δείκτες έχουν ενσπείρει αμφιβολίες για την καλή υγεία της γαλλικής οικονομίας. Η αύξηση του ΑΕΠ έπεσε στο 0,5% το πρώτο τρίμηνο έναντι 0,8% του προηγουμένου τριμήνου. Οι επενδύσεις των επιχειρήσεων ακολουθούν, ο δείκτης εμπιστοσύνης των νοικοκυριών υποχώρησε για τέταρτο συνεχή μήνα και η πτώση της ανεργίας ανακόπηκε για πρώτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια. Αν συνδυασθεί με τα συναισθήματα που προκάλεσαν οι υποθέσεις Danone και Marks & Spencer, δικαιολογείται μια ανησυχία για το κοινωνικό και επιχειρηματικό κλίμα.

Μήπως αντί να προχωρεί σε μια «ένδοξη τριακονταετία», η Γαλλία ετοιμάζεται να επαναλάβει την «ένδοξη τριετία» 1988-1990, όπου η ανάπτυξη χειροκροτήθηκε πολύ νωρίς για να πέσει τελικώς; Ενα σύννεφο δεν φέρνει το χειμώνα και θα ήταν λάθος να βιαστούμε να μιλήσουμε για διαρθρωτικά εμπόδια. Η Γαλλία ακόμα χωνεύει το περυσινό πετρελαϊκό σοκ. Λόγω της απροσδόκητης ανόδου των τιμών η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών περικόπηκε κατά το 1% περίπου του ΑΕΠ και είναι μάλλον αξιοθαύμαστο υπό αυτές τις συνθήκες ότι, παρ’ όλα αυτά, η ανεργία εξακολούθησε να πέφτει.

Εκεί όπου μια σπείρα τιμών-μισθών είχε ανακόψει την ανάπτυξη τη δεκαετία του ’70, έχουμε σήμερα μια πληθωριστική ώθηση που μάλλον καταλαγιάζει. Οπως σημείωνε η Insee (η Στατιστική Υπηρεσία) στο τελευταίο της σημείωμα για τη συγκυρία, μάλλον θα αποφύγουμε ένα «δεύτερο γύρο» ανατιμήσεων. Για να το πούμε ωμά, οι μισθωτοί πλήρωσαν το περυσινό πετρελαϊκό σοκ, απαλλάσσοντας τις επιχειρήσεις από το να αυξήσουν για δεύτερη φορά τις τιμές τους.

Αλλά εκεί είναι το πρόβλημα. Αν, για τους μακροοικονομολόγους, η συγκράτηση των μισθών θα έσωζε την ανάπτυξη, για την κυβέρνηση το πετρελαϊκό σοκ ξανάνοιξε μια πληγή που θα προτιμούσε να είχε μείνει κλειστή: την ασθενή πρόοδο των μισθών. Η οικονομική μεγέθυνση των τριών τελευταίων ετών ήταν πράγματι εντελώς α-τυπική. Οπωσδήποτε ενεργοποίησε μια κλασική σπείρα όπου η οικονομική ανάκαμψη προκαλεί αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Η απασχόληση, πολύ περισσότερο από τους ατομικούς μισθούς, ήταν εκείνη που έσυρε την αύξηση του συνόλου των μισθών. Τα τρία τελευταία χρόνια η αγοραστική δύναμη του συνόλου των μισθών στον ιδιωτικό τομέα αυξανόταν με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό 4%, η απασχόληση με 3%, αλλά οι μισθοί με 1% (μόνο). Πρόκειται για έναν εντελώς ασυνήθιστο καταμερισμό.

Συγκράτηση μισθών

Η συγκράτηση των μισθών οφείλεται εν μέρει στο 35ωρο, αλλά όχι αποκλειστικά. Παρατηρείται παντού στην Ευρώπη, όπου επίσης ήταν ο κανόνας παρά το πετρελαϊκό σοκ. Στη Ζώνη Ευρώ οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν έτσι πέρυσι κατά 2,4% με πληθωρισμό 2,9%. Το ίδιο φαινόμενο είχε παρατηρηθεί στις ΗΠΑ ήδη τη δεκαετία του 1990. Ενώ το ποσοστό ανεργίας έπεσε πολύ, ο πληθωρισμός των μισθών παρέμεινε εκεί απίστευτα χαμηλός, παρά τις αυξανόμενες δυσκολίες των επιχειρήσεων να βρίσκουν προσωπικό για να προλαμβάνουν.

Αυτή η νέα εποχή της συγκράτησης των μισθών παραμένει εν μέρει μυστήρια. Για την εξήγησή της έχει αναφερθεί ο πιο έντονος ανταγωνισμός που πιέζει τις επιχειρήσεις, η παρακμή των συνδικάτων – που και αυτή απορρέει από εκείνην της εργατικής τάξης. Εχει επίσης υπογραμμισθεί η γήρανση του πληθυσμού: στα πενήντα του καθένας νοιάζεται περισσότερο να διατηρήσει την απασχόλησή του, παρά όταν είναι τριάντα χρόνων, και είναι επομένως λιγότερο επιθετικός στο θέμα του μισθού. Αλλά υπάρχει ένας απλούστερος παράγων που ανέδειξαν οι κρίσεις της Danone και της Marks & Spencer: παρά την ανάκαμψη της απασχόλησης, η οικονομική ανασφάλεια έχει διατηρηθεί ισχυρή.

Στο σημείο αυτό το ποσοστό ανεργίας είναι πολύ φτωχός δείκτης για να μετρήσει τη συνθετότητα της κοινωνικής κρίσης. Οι μεγάλες ροές των προσλήψεων και των απολύσεων, των οποίων δεν είναι παρά το σωρευτικό άθροισμα, δίνουν ένα καλύτερο μέτρο. Ετσι τον Μάρτιο, σύμφωνα με τον ΑΝΡΕ (Οργανισμό Απασχόλησης), πάνω από 300.000 άτομα μπήκαν στην ανεργία, αριθμός σχεδόν ίδιος με πέρυσι. Αν η ανεργία μειώθηκε, αυτό οφείλεται στο ότι οι θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν έφτασαν κατά μέσο όρο τις 350.000, επομένως υπήρξε καθαρή δημιουργία 50.000 θέσεων: αριθμός υψηλός σε σύγκριση με τις συνήθεις επιδόσεις της γαλλικής οικονομίας, που δεν δίνει όμως το μέτρο της δίνης εισόδων και εξόδων που παραμένει σήμερα ο κανόνας.

Κόστος απολύσεων

Η συζήτηση για τις απολύσεις αποκτά έτσι όλο της το εύρος. Ο πειρασμός να κάνουμε αυστηρότερη τη νομοθεσία μπορεί να φαίνεται η κατάλληλη απάντηση σε μια κατάσταση όπου η έξοδος από την απασχόληση παραμένει υψηλή. Τι μπορούμε να πούμε γι’ αυτό; Κατ’ αρχάς είναι σχεδόν αδύνατο να του αποδοθεί μια αρνητική επίπτωση στη συνολική ανεργία. Είναι επομένως μάταιο να το κατηγορήσουμε ως υπαίτιο για μια υψηλή ανεργία. Οσον αφορά τους μισθούς η ανάλυση είναι επίσης αμφίρροπη. Από τη μία πλευρά το κόστος των απολύσεων ενισχύει τη διαπραγματευτική δύναμη των μισθωτών, αλλά από την άλλη παρακινεί τις επιχειρήσεις να προλαμβάνουν έμμεσα αυτήν την επιβάρυνση περιορίζοντας τους μισθούς.

Η πιο σαφής επίπτωση αφορά στις ίδιες τις ροές εισόδων και εξόδων. Οσο υψηλότερο είναι το κόστος των απολύσεων τόσο λιγότερες, όπως είναι αναμενόμενο, απολύσεις παρατηρούνται, αλλά και τόσο λιγότερες νέες προσλήψεις.

Η γαλλική μεγέθυνση τα τρία τελευταία χρόνια δείχνει ανάγλυφα αυτή τη διαδικασία. Ολα εξελίσσονται, πράγματι, σαν να είχε μειωθεί το κόστος των απολύσεων. Παρατηρήθηκε μια μείωση της μακροχρόνιας ανεργίας και μια πτώση της ανεργίας των νέων (από 25% σε 16%) ταχύτερα από το μέσο όρο.

Αποτέλεσμα που εκπλήσσει στο βαθμό που η νομοθεσία για τις απολύσεις δεν έχει αλλάξει εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Υπάρχουν πολλές ερμηνείες γι’ αυτό το παράδοξο. Κατ’ αρχάς η επίδραση του κόστους των απολύσεων στις αποφάσεις των επιχειρήσεων αμβλύνεται σε περιόδους ταχείας μεγέθυνσης: οι απασχολούμενοι ανακατατάσσονται ευκολότερα και το ίδιο το κόστος αντιμετωπίζεται ευχερέστερα. Χρειάζεται όμως προσοχή εδώ στη διπλή επίπτωση μιας επιβράδυνσης της μεγέθυνσης και νέων μέτρων. Αλλά, βαθύτερα, είναι επίσης έκδηλο ότι οι επιχειρήσεις αναδιαρθρώθηκαν με έναν τρόπο που τις καθιστά λιγότερο ευάλωτες στην κοινωνική νομοθεσία.

Θέτοντας εκτός το μέρος εκείνο των δραστηριοτήτων τους που είναι λιγότερο αποδοτικό και πιο ευαίσθητο στον επιχειρηματικό κύκλο, πέταξαν στην επισφαλή απασχόληση ένα αυξανόμενο μέρος των εργαζομένων, οι οποίοι ελάχιστα προστατεύονται από μια νομοθεσία που έχει στόχο κυρίως τα μεγάλα συγκροτήματα. Οι απολύσεις για οικονομικούς λόγους είναι πράγματι το μικρότερο μέγεθος από τα αίτια της ανεργίας (15.000 τον Μάρτιο), το μισό για παράδειγμα από τον τερματισμό προσωρινών συμβάσεων.

Το ζήτημα μιας νέας νομοθεσίας για τις απολύσεις πάει έτσι πολύ πιο πέρα από μια απλή επανισορρόπηση της σχέσης μισθού-απασχόλησης. Ενώ αναφέρεται σε ένα πραγματικό πρόβλημα, μια οικονομική ανασφάλεια που δεν απορροφάται, δεν αντιμετωπίζει το πολύ κρισιμότερο πρόβλημα: το πώς μπορεί να καταπολεμηθεί η επισφαλής απασχόληση που έχει εγκατασταθεί στα περιθώρια των μεγάλων συγκροτημάτων.

Οταν το 60% σχεδόν των εργαζομένων που απασχολούνται στις υπηρεσίες δουλεύουν για μια επιχείρηση που δεν υπήρχε πριν από δέκα χρόνια, αυτό που έχει τεθεί πλέον είναι συνολικά το ζήτημα του τι θα γίνει η κοινωνία των μισθωτών.