ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συρρίκνωση κερδών λόγω ΧΑΑ – Αυξημένο μέρισμα χρήσης 2000

Η αναγκαιότητα ενεργότερης διείδυσης στην τραπεζική λιανική της ΕΤΒΑ επιβεβαιώνεται από την πορεία των αποτελεσμάτων της τόσο κατά το 2000 όσο και κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2001, κατά το οποίο τα αποτελέσματά της επηρεάστηκαν καταλυτικά από την αρνητική πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου. Οπως ανακοίνωσε χθες ο διοικητής της τράπεζας κ. Γ. Κασμάς, κατά το πρώτο πεντάμηνο του τρέχοντος έτους τα κέρδη της συρρικνώθηκαν στα 8,3 δισ. δρχ. έναντι 25 δισ. δρχ. το αντίστοιχο περσινό διάστημα, με βασική αιτία τη μη επανάληψη των περσινών εσόδων ύψους 16 δισ. δρχ. από το ΧΑΑ. Κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση, τα κέρδη της μειώθηκαν στα 30 δισ. δρχ. έναντι 38,5 δισ. δρχ. το 1999, ενώ τα λειτουργικά κέρδη διαμορφώθηκαν σε 36,7 δισ. δρχ. έναντι 45,2 δισ. δρχ. Αντίθετα, τα έσοδα που δεν επηρεάστηκαν άμεσα από τις χρηματιστηριακές εξελίξεις, δηλαδή τα έσοδα από τόκους και προμήθειες, ανήλθαν σε 81,2 δισ. δρχ. το 2000 έναντι 79,7 δισ. δρχ. το 1999.

Το διανεμόμενο μέρισμα για τη χρήση του 2000 ανέρχεται σε 100 δρχ. ανά μετοχή έναντι 80 δρχ. τη χρήση του 1999 και η ημερομηνία έναρξης καταβολής του ορίστηκε για τις 25 Ιουλίου. Η διανομή αυξημένου μερίσματος, παρά τη μείωση των κερδών, δεν υπήρξε αρκετή για να κατευνάσει τις διαμαρτυρίες μικρομετόχων που ζητούσαν την αγορά ιδίων μετοχών από την τράπεζα για τη στήριξη της τιμής της, που χθες έκλεισε στις 1887,7 δρχ. Απαντώντας σχετικώς ο κ. Κασμάς συνέδεσε την πτώση της μετοχής με την πτώση του Γενικού Δείκτη και επεσήμανε ότι η αξία της είναι υποτιμημένη, καθώς κινείται κάτω και από τη λογιστική της αξία, που κυμαίνεται στις 2.350 δρχ. ανά μετοχή. Αυτό αποτυπώνεται και στο χαμηλό Ρ/Ε της τράπεζας, που βρίσκεται στο 10% έναντι 16% που είναι ο μέσος όρος των ελληνικών τραπεζών στο ΧΑΑ, ενώ υπεραμύνθηκε των ευθυνών της διοίκησης, υποστηρίζοντας ότι «το management κρίνεται για την πορεία της τράπεζας και όχι για την πορεία της μετοχής».

Ο διοικητής της ΕΤΒΑ επεσήμανε ότι μια απόφαση για επαναγορά μετοχών θα ήταν σε ευθεία διάσταση με την προοπτική της ιδιωτικοποίησης της τράπεζας, ενώ σε μια προσπάθεια να καταδείξει το πόσο υποτιμημένη είναι η μετοχή της, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι αν δεν συνέτρεχε η προοπτική της ιδιωτικοποίησης, η διοίκηση «θα ήταν ευχαριστημένη εάν προχωρούσε στην αγορά μετοχών σε τόσο χαμηλά επίπεδα».

Ο κ. Κασμάς, θέλοντας να αναστρέψει το αρνητικό κλίμα της γενικής συνέλευσης, έδωσε έμφαση στην ισχυρή καθαρή θέση της τράπεζας που φθάνει τα 400 δισ. δρχ., ενώ το ύψος των συμμετοχών της ανήλθε στο τέλος του 2000 στα 516 δισ. δρχ. έναντι 458 δισ. δρχ. το 1999. Η τράπεζα έχει ιδαίτερα χαμηλή απόδοση ιδίων κεφαλαίων που φθάνει στο 7,5% έναντι 14,7% των άλλων ελληνικών τραπεζών, στοιχείο που σε συνδυασμό με τα υψηλά ίδια κεφάλαιά της παρέχει, όπως κατέληξε, τη βάση για την ανάπτυξη του ισολογισμού και της κερδοφορίας της στο μέλλον.

Προσδιορίζοντας τους στόχους της διοίκησης για το τρέχον έτος, ο κ. Κασμάς έθεσε μεταξύ αυτών την: