ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Περίοδος κρίσης για την κλωστοϋφαντουργία

Τ ο περασμένο καλοκαίρι, οι περισσότερες κλωστοϋφαντουργικές μονάδες ετοίμαζαν με πυρετώδεις ρυθμούς τα νέα τους εκκοκκιστήρια για να προλάβουν τη σεζόν του Οκτωβρίου. Φέτος, όλες σχεδόν θα προτιμούσαν να μην είχαν βιαστεί τόσο, αφού οι εκπλήξεις που επεφύλαξε η χρονιά ήταν μάλλον οι χειρότερες.

Τα μεγέθη των κλωστηρίων κατά το πρώτο τρίμηνο είναι ενδεικτικά της τρέχουσας χρήσης, με αυξημένο κόστος κυρίως από την αγορά ακριβού βάμβακος και τη διατήρηση υψηλών αποθεμάτων, και ακολούθως άμεσο αντίκτυπο στην κερδοφορία. Επιβαρυμένη είναι η κατάσταση για τις κλωστοϋφαντουργίες που διαθέτουν θυγατρικές εκκοκκιστικές μονάδες, οι ισολογισμοί των οποίων αναμένονται στην πλειοψηφία τους ζημιογόνοι.

Σταθερή πτώση

Μέχρι σήμερα, και σε αντίθεση με την ανοδική πορεία του δολαρίου, η χρηματιστηριακή τιμή του βάμβακος συνεχίζει τη σταθερή της πτώση, φτάνοντας και μέχρι τα 40 σεντς ανά λίμπρα (περίπου 330 δρχ. ανά κιλό), έναντι των 63 σεντς του Ιανουαρίου (λιγότερο των 500 δρχ. ανά κιλό). Τιμή πώλησης που σήμερα πλέον είναι απαγορευτική για τα εκκοκκιστήρια, τη στιγμή που το φθινόπωρο παρήγαγαν βαμβάκι με κόστος έως και άνω των 500 δρχ. ανά κιλό, έχοντας ως βάση την τιμή αγοράς σύσπορου στις 220 δρχ., και μάλιστα μετά μια χρονιά έντονων επενδύσεων!

Αποτέλεσμα είναι η διατήρηση πολύ υψηλών αποθεμάτων φέτος από όλους, ελπίζοντας στην εξομάλυνση της κατάστασης από τη νέα περίοδο του Σεπτεμβρίου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να διατεθούν τα περσινά στοκ με μικρότερη τουλάχιστον ζημία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων του χώρου, οι ενδείξεις της παγκόσμιας παραγωγής και η μέχρι σήμερα εξέλιξη της ζήτησης συνηγορούν στην πιθανότητα αύξησης της τιμής από το φθινόπωρο. Οι καιρικές συνθήκες ανά τον κόσμο, με εντονότερο το φαινόμενο της λειψυδρίας που είναι εμφανές και στη χώρα μας πλέον, υπολογίζεται ότι θα επηρεάσουν τη στρεμματική απόδοση, ενώ ανασταλτικός παράγοντας για τους ίδιους τους αγρότες παραμένει προς το παρόν η χαμηλή τιμή του βάμβακος.

Μείωση πρώτης ύλης

Περαιτέρω, η μείωση της πρώτης ύλης εμφανίζεται και στις τιμές των νημάτων, που διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα των 7 μάρκων ανά κιλό (μέση τιμή για το κλασικό 30άρι πενιέ νήμα), τη στιγμή που στις αρχές του χρόνου οι τιμές διατηρούσαν ακόμα τα 7,2 μάρκα που κατακτήθηκαν το 2000 με την άνοδο του δολαρίου. Ο ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα έντονος μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αγοράς, κυρίως ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης στην Τουρκία, που σημαίνει μεγάλη προσφορά σε ακόμα χαμηλότερες τιμές, έως και 6,1 μάρκα ανά κιλό.

Περιορισμένη ζήτηση

Η ζήτηση αντίστοιχα εμφανίζεται περιορισμένη, ακολουθώντας την ευρύτερη αγορά στις ενδείξεις ύφεσης. Η επιφυλακτικότητα που εμφανίζει η γερμανική αγορά τους τελευταίους μήνες είναι ενδεικτική της περίπτωσης μείωσης της ζήτησης στα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα από την ευρωπαϊκή αγορά.

Ολη η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα έκδηλη στα οικονομικά μεγέθη των κλωστοϋφαντουργικών εταιρειών κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους. Και θεωρείται δεδομένο ότι θα συνεχιστεί τουλάχιστον για τα δύο επόμενα τρίμηνα (επηρεάζοντας μέχρι και τους ισολογισμούς των εννεαμήνων), αφού μέχρι τον Σεπτέμβριο δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι.

Αναλυτικότερα, οι νηματουργίες του ΧΑΑ παρουσίασαν λίγο ώς πολύ παρόμοια εικόνα: μικρή αύξηση πωλήσεων και μειωμένα κέρδη, που σε ενοποιημένη βάση (όπου περιλαμβάνονται εκκοκκιστήρια) είναι ακόμα μεγαλύτερη. Τα ενοποιημένα κέρδη του Μουζάκη περιορίστηκαν κατά 42,3% ενώ της μητρικής 11,4%. Η Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου παρουσίασε αντίθετη πορεία, αφού οι ζημίες του εκκοκκιστηρίου Σοφάδων αντισταθμίζονται από την καλή πορεία της έτερης θυγατρικής στην ένδυση. Τη μεγαλύτερη μείωση κερδών παρουσίασε η Επίλεκτος, 48,7%, που οφείλεται όμως και στην πραγματοποίηση σχεδόν διπλάσιων αποσβέσεων.

Χαρακτηριστικό των τριμηνιαίων καταστάσεων ήταν η διατήρηση υψηλών αποθεμάτων, έως και διπλάσια για τους Μουζάκη και Επίλεκτο που διατηρούν εκκοκκιστικές μονάδες.

Φαινομενική εξαίρεση στην τάση αυτή αποτέλεσαν οι νηματουργίες του Ομίλου Κλωνατέξ, με σημαντικές αύξησεις κερδών προ φόρων που όμως προέρχονται από έκτακτα έσοδα όπου περιλαμβάνονται και έσοδα χρεογράφων (2,3 δισ. δρχ. για την Κλωστήρια Ναούσης και 1,8 δισ. δρχ. για τον Δούδο), αφού τα μικτά κέρδη και στις δύο εταιρείες ήταν σημαντικά περιορισμένα και έφτασαν ποσοστά 33% για τη Νάουσα (662 εκατ. δρχ.) και 41% για τον Δούδο (165 εκατ. δρχ.).

Εντονα επηρεασμένες από τη στασιμότητα της ζήτησης ήταν οι μονάδες επεξεργασίας, βαφεία και φινιριστήρια, Ελφίκο και Γιαννούσης. Οι εριουργίες Τρία Αλφα, Λάνακαμ και Μπριτάννια παρακολουθούν την πτωτική πορεία του κλάδου τους διεθνώς, με περιορισμό της ζήτησης και συρρίκνωση της αγοράς τους.

Επενδύσεις

Οι προοπτικές του κλάδου εξαντλούνται προς το παρόν στις κινήσεις των ίδιων των μονάδων για επενδύσεις, εκσυγχρονισμό και παραγωγή καινοτομικών προϊόντων. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ελλήνων Κλωστοϋφαντουργών κ. Ελ. Κούρταλη, οι επενδύσεις φέτος αναμένεται να αυξηθούν κατά 16%, ενώ ανάλογη ήταν η ανάπτυξη τα προηγούμενα χρόνια.

Οι νέες μονάδες παραγωγής του νήματος τύπου comfort ή compact, προϊόντος υψηλής τεχνολογίας, ποιότητας και τιμής, αποτελούν την αιχμή του δόρατος για τις περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις που εξάγουν την παραγωγή τους. Επενδύσεις του είδους προωθούν η Επίλεκτος Κλωστοϋφαντουργία, η Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου, ο Ομιλος Λαναρά και αναμένεται να ακολουθήσει η Νηματουργία Βαρβαρέσος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και σήμερα ακόμα, με τη μείωση των τιμών νημάτων στην Ευρώπη, τα ελληνικά προϊόντα προσπαθούν να διατηρήσουν ακριβότερα στάνταρ, με ποιοτικές προδιαγραφές και υπηρεσίες στο πλαίσιο μονίμων συνεργασιών.