ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

Συνήθως οι αγορές και οι επιχειρήσεις φοβούνται και γι’ αυτό απεχθάνονται τους αιφινιδιασμούς. Δεν θέλουν ανατροπές που αλλάζουν τις ισορροπίες και απαξιώνουν το σχεδιασμό, που ακολουθούν. Γι’ αυτό και η αντίδραση στην κίνηση Σημίτη ήταν αρνητική. Ακόμα και όσοι επιζητούσαν κάποια επιθετική πρωτοβουλία δεν δείχνουν ικανοποιημένοι. Ταυτόχρονα ακυρώθηκε στην πράξη, άλλη μία ελπίδα: Η ένταξη του ΧΑΑ στις ώριμες αγορές.

Η ένταξη του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ώριμες αγορές είναι ασφαλώς καλοδεχούμενη. Παίζουμε πλέον στην πρώτη κατηγορία. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε στην υψηλή κατηγορία. Αν μπορούμε να αναμετρηθούμε με τις άλλες μεγάλες ομάδες, αν έχουμε τη δυνατότητα να ανταποκριθούμε με τις νέες απαιτήσεις. Σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε τώρα.

Η αναβάθμιση του χρηματιστήριου είναι όπως η ένταξη της δραχμής στο ευρώ. Ηταν αναγκαία αλλά δεν επαρκεί από μόνη της για την επιτάχυνση της ανάπτυξης. Αντίθετα αναδεικνύει όλα τα μειονεκτήματα που υπάρχουν και δεν μπορούν να κρυφτούν πλέον.

Η αναβάθμιση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς πραγματοποιήθηκε αλλά οι μετοχές συνεχίζουν την πτωτική τους πορεία. Ο μύθος των ξένων επενδυτών που θα ήταν σχεδόν υποχρεωμένοι να επενδύσουν στην ελληνική αγορά κατέρρευσε. Αποδεικνύεται ότι δεν αισθάνονται καμιά δέσμευση. Υπάρχει βέβαια η δικαιολογία ότι η διεθνής συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή, ότι όλα σχεδόν τα χρηματιστήρια βρίσκονται σε πτωτική τροχιά, αλλά πάντα υπάρχουν δικαιολογίες. Η ουσία είναι, ότι μετά την κατάρρευση και του μύθου αυτού, επιστρέφουμε αναγκαστικά στα απλά και βασικά.

Αυτό που έχει σημασία είναι η αποδοτικότητα και η ανταγωνιστικότητα. Και δεν αρκεί να είναι κανείς αποδοτικός, πρέπει να είναι ή να φαίνεται, περισσότερο αποδοτικός από τις εναλλακτικές λύσεις, που υπάρχουν. Ο κανόνας αυτός ισχύει και όσον αφορά τις επενδυτικές επιλογές.

Ιδιαίτερα σε περιόδους που τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ο κανόνας του ανταγωνισμού, τελικά δίνει τη λύση. Από τον ανταγωνισμό προϊόντων και εταιρειών, προχωράμε στον ανταγωνισμό των αγορών, στον ανταγωνισμό των χωρών.

Στην ίδια λυδία λίθο, δοκιμάζεται και η κυβερνητική πρακτική, οι πολιτικές εξελίξεις, η πορεία της χώρας. Προωθείται η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, από τις εξελίξεις; Οι μικρές και μεγάλες επιλογές που λαμβάνονται καθημερινά, συμβάλλουν στη διαμόρφωση νέου πλαισίου που ενισχύει τα πλεονεκτήματα ή ακόμα καλύτερα διαμορφώνει καινούργια; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα.

Οι γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, δεν προσφέρουν θετική απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αυτό άλλωστε φαίνεται και από την κατεύθυνση της χρηματιστηριακής αγοράς. Οι ελπίδες για έξοδο από το αρνητικό κλίμα, συγκεντρώνονται στις επιχειρήσεις. Παρά τις αντιξοότητες, η επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να αντισταθεί. Ακόμα και στο ασφυκτικό περιβάλλον που ορίζεται από υψηλή φορολογική επιβάρυνση και θεσμικά εμπόδια, υπάρχει η δυνατότητα να αξιοποιηθούν τα οφέλη από την αργή πορεία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας που έχει επιτευχθεί έως τώρα.

Οι επιχειρηματίες όπως και οι πολιτικοί πρέπει πια να μάθουν ότι οι εύκολες λύσεις ισχύουν για μικρό χρονικό διάστημα. Αργά ή γρήγορα και συνήθως γρήγορα, επιστρέφουμε στην σκληρή πραγματικότητα στην οποία αυτό που έχει σημασία είναι η μακροχρόνια δημιουργία αξιών. Η δημιουργία επιχειρήσεων που μπορούν να αντέξουν στον ανταγωνισμό που παράγουν εισόδημα και θέσεις εργασίας, δεν είναι αιωνίως αποτέλεσμα μαγικών λύσεων. Πίσω και από τη μεγαλύτερη επιτυχία που εντυπωσιάζει, κρύβεται δουλειά, έμπνευση και προσπάθεια. Αυτές οι επιχειρήσεις έχουν τις προϋποθέσεις να συγκεντρώσουν την προσοχή των επενδυτών και των χρηματιστηρίων. Κυρίως των χρηματιστηρίων που ανήκουν στις ώριμες αγορές.

Οι αρνητικές συγκυρίες και στο χρηματιστήριο, έχουν χρησιμότητα. Στη διάρκεια των χειμώνων κυοφορείται η άνοιξη γι’ αυτό ο χειμώνας είναι συνήθως περισσότερο δημιουργικός. Τα επιχειρηματικά σχέδια που διαμορφώνονται σε αρνητικές περιόδους είναι περισσότερο στέρεα γιατί στηρίζονται λιγότερο στην ευνοϊκή συγκυρία. Αρκεί να υπάρχουν…

Τόσο η χρηματιστηριακή όσο και η ευρύτερη συγκυρία συνηγορούν σε μια κατάρρευση των εύκολων προσδοκιών και στην ανάγκη να στραφούν όλοι στη σκληρή πραγματικότητα, με διάθεση να την ξεπεράσουν. Κάποιοι θα τα καταφέρουν.

Με την εισαγωγή τους στο LSE οι ελληνικές εταιρείες, πέραν του πρεστίζ που αποκτούν, εξασφαλίζουν και ένα «παράθυρο» στην παγκόσμια οικονομία. Περίπου 4.500 αναλυτές παρακολουθούν μετοχές που είναι εισηγμένες στο Λονδίνο, ενώ όλες οι εισηγμένες εταιρείες έχουν πρόσβαση στην υπηρεσία νέων του LSE τη Regulatoly News Service, δημοσιεύοντας ειδήσεις και εξελίξεις που τις αφορούν. Μέσω της υπηρεσίας αυτής ενημερώνονται πάνω από 500.000 βάσεις δεδομένων και υπολογιστές σε όλο τον κόσμο.