ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναπτυξιακούς ρυθμούς παρουσιάζει η οικονομία της Ζώνης του Ευρώ

Το ευρώ θα σταματήσει να υποχωρεί και θα ανακάμψει μόλις βρεθεί στα χέρια μας, ο πληθωρισμός θα αρχίσει να υποχωρεί στο εγγύς μέλλον και η οικονομία της Ζώνης Ευρώ θα αντισταθεί στην ύφεση σημειώνοντας ανάπτυξη κυμαινόμενη από 2% έως 2,5%. Αυτές είναι οι εκτιμήσεις που εξέφρασε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Βιμ Ντούιζενμπεργκ, στο πλαίσιο συνέντευξής του στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica. Στην ίδια συνέντευξη τόνισε, πάντως, ότι η Τράπεζα «θα συνεχίσει να κάνει ό,τι κάνει έως τώρα» για το ευρώ, ενώ σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, υπογράμμισε ότι «η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να επιταχύνει τους ρυθμούς της».

Ερωτώμενος κατά πόσον η Γερμανία και μαζί μ’ αυτήν ολόκληρη η Ζώνη Ευρώ απειλείται από ενδεχόμενη ύφεση, ο κ. Ντούιζενμπεργκ απάντησε μ’ ένα κατηγορηματικό «όχι» και προσέθεσε ότι «όλα τα στοιχεία κατατείνουν στο ότι η ανάπτυξη της Ζώνης Ευρώ τη διετία 2001-2002 θα κυμανθεί ανάμεσα στο 2% και το 2,5%, θα είναι δηλαδή σύμφωνη με την τάση για δυνητική ανάπτυξη».

Αναγνώρισε, βέβαια, ότι έχει ήδη σημειωθεί επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, αλλά υπογράμμισε ότι «πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψιν πως κατά το 2000 σημειώθηκε ανάπτυξη άνευ προηγουμένου, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις όπως σ’ εκείνες της Ιρλανδίας και της Ολλανδίας υπήρξε ακόμη και κίνδυνος υπερθέρμανσης». Δεν αρνήθηκε ότι θα προτιμούσε να δει ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη αλλά υπογράμμισε ότι «η ΕΚΤ μπορεί να συνεισφέρει μόνο διασφαλίζοντας ένα σταθερό περιβάλλον και έναν πληθωρισμό υπό έλεγχο».

Ερωτώμενος, πάντως, σχετικά με την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας, ο πρόεδρος της ΕΚΤ αναγνώρισε ότι «δεν γνωρίζουμε ποια μορφή θα πάρει η επιβράδυνση στις ΗΠΑ μέσα στους επόμενους μήνες ούτε σε ποιο βαθμό θα επηρεάσει την Ευρώπη». Απαντώντας, άλλωστε, στην κριτική που ασκείται στην Τράπεζα ότι δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της την υφιστάμενη κατάσταση, ο κ. Ντούιζενμπεργκ επανέλαβε ότι «τη λαμβάνει υπ’ όψιν στο βαθμό που αφορά τη σταθερότητα των τιμών».

Σε ό,τι αφορά την άνοδο του πληθωρισμού, την απέδωσε στην υποτίμηση του ευρώ, την κρίση του αφθώδους πυρετού και την αύξηση των τιμών του πετρελαίου και υπογράμμισε ότι «θα χρειασθεί χρόνος μέχρις ότου εξουδετερωθούν τα αποτελέσματα αυτών των εξελίξεων». Προσέθεσε, μάλιστα, ότι «ο δρόμος θα είναι δύσβατος αλλά όλες οι αναλύσεις κατατείνουν σε υποχώρηση του πληθωρισμού που μέσα στο 2002 θα περιορισθεί στα όρια του στόχου του 2%». Αναφερόμενος στην ισοτιμία του ευρώ και στην εκτίμησή του ότι «η πτωτική του πορεία έχει φθάσει στο τέλος της», τόνισε με έμφαση ότι «όταν η Τράπεζα ισχυρίζεται πως το ευρωπαϊκό νόμισμα έχει μεγάλες δυνατότητες ανάκαμψης, δεν πρόκειται για μια φράση κενή περιεχομένου» εφ’ όσον «βασίζεται στα θεμελιώδη μακροοικονομικά μεγέθη της ζώνης ευρώ». Αντικρούοντας την κριτική που έχει ασκηθεί στην ΕΚΤ ότι αδιαφορεί για την ισοτιμία του ευρώ με το δολάριο, ο κ. Ντούιζενμπεργκ δήλωσε ότι «η ισοτιμία αυτή έχει σημασία όχι μόνον για τη σταθερότητα των τιμών αλλά και για λόγους ψυχολογικούς εφ’ όσον ένα ασθενές ευρώ δεν μπορεί να κατακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης». Παραδέχθηκε, πάντως, ότι «η ισοτιμία του ευρώ κατά την εισαγωγή του ήταν υψηλότερη από εκείνην που είχε υπολογισθεί κατά τα δύο προηγούμενα χρόνια», γι’ αυτό και δεν τον εξέπληξε αρχικά η διολίσθησή του.

Στις περιπτώσεις της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ΟΤΕ, η κυβέρνηση αποδίδει την αδυναμία της να προωθήσει λύσεις στο κακό κλίμα που επικρατεί στις αγορές διεθνώς. Είναι φανερό βέβαια ότι αυτά θα μπορούσαν να προχωρήσουν παλαιότερα, όταν το κλίμα ευνοούσε ανάλογες πρωτοβουλίες.