ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αυτεπάγγελτη έρευνα της Επιτροπής για την εκπτωτική πολιτική των ΕΛΠΕ

Η διατήρηση δεσπόζουσας θέσης των Ελληνικών Πετρελαίων στον τομέα της διύλισης δημιουργεί προϋποθέσεις κερδοσκοπίας, σύμφωνα με την Απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς πετρελαιοειδών, η οποία όμως δεν καταλήγει και στο συμπέρασμα ότι υφίσταται, λόγω αδυναμίας αξιολόγησης του δείκτη περιθωρίων διύλισης. Ωστόσο η Επιτροπή Ανταγωνισμού διαπιστώνει ότι η εκπτωτική πολιτική των ΕΛΠΕ στον τομέα της διύλισης αντιστρατεύεται τον ανταγωνισμό, γεγονός που, όπως σημειώνει, αποτελεί ζήτημα αυτεπάγγελτης έρευνας από την ίδια.

Η διάρθρωση της αγοράς στον τομέα της διύλισης, σύμφωνα με την Απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, χαρακτηρίζεται από τη δραστηριοποίηση τριών διυλιστηρίων που καλύπτουν κατά 90% τις ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης περίπου 12 εκ. τόννων (εκτός καυσίμων αεροπορίας και θαλάσσης), ενώ μόνο το 10% καλύπτεται από εισαγωγές. Τα ΕΛΠΕ έχουν μερίδο αγοράς 56% μέσω των διυλιστηρίων Ασπροπύργου και ΕΚΟ και καλύπτουν το 50% της συνολικής δυναμικότητας της χώρας. Η Μότορ Οϊλ ελέγχει το 24% και η Πετρόλα το 20%, και κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά και όπως σημειώνεται στην απόφαση «η νομοθετική ρύθμιση του θέματος τήρησης των αποθεμάτων, τα οποία τηρούνται από τα διυλιστήρια μόνον εφόσον αγοράζουν οι εταιρείες από αυτά, μπορεί να δημιουργεί φραγμό εισόδου στις εισαγωγές ετοίμων προϊόντων».

Περιθώρια διύλισης

Ερευνώντας την πιθανότητα κερδοκοπικής πολιτικής εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης, η Επιτροπή ανέλαβε να αξιολογήσει τον δείκτη περιθωρίων διύλισης χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα. Επέλεξε τις αγορές Αγγλίας, Γαλλίας και Γερμανίας όπου η σχετική αγορά είναι περισσότερο ανταγωνιστική και ζήτησε στοιχεία που αφορούν τα περιθώρια διύλισης των εκεί λειτουργούντων διυλιστηρίων χωρίς ανταπόκριση των εκεί αρχών ανταγωνισμού. Η αξιολόγηση του δείκτη οικονομικών αποτελεσμάτων των ξένων διυλιστηρίων (συντελεστές μικτού και καθαρού κέρδους), που κατά την Επιτροπή θα έπρεπε να γίνει δεν ήταν επίσης δυνατή, λόγω της διαφορετικής δομής των κλάδων. Τέλος τα συγκριτικά στοιχεία από την εγχώρια αγορά που ζήτησε η Επιτροπή δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο, «αφού για την αξιολόγηση του περιθωρίου διύλισης υπεισέρχονται οι παράγοντες τεχνολογικής διάρθρωσης του διυλιστηρίου καθώς και η πρώτη ύλη του αργού πετρελαίου που χρησιμοποιείται». Η Επιτροπή επικαλείται «δυσχέρεια συγκέντρωσης συγκριτικών στοιχείων» για να σημειώσει ότι «πιθανολογείται πως οι διαμορφούμενες τιμές της εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια δεν είναι κατ’ αρχήν υπέρμετρες».

Επισημαίνει επίσης ότι «η εκπτωτική πολιτική των Ελληνικών Πετρελαίων εμφανίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις αντίθετη προς τις απαγορεύσεις των άρθρων 1 και 2 Ν 703/77, αφού φαίνεται να υιοθετούνται εκπτώσεις πίστης οι οποίες δεν λειτουργούν αντικειμενικά, αλλά έχουν σκοπό τη δέσμευση των πελατών τους και τον περιορισμό των δυνατοτητων τους να απευθυνθούν σε ανταγωνιστές. Το ζήτημα αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο αυτεπάγγελτης έρευνας της Επιτροπής».

Σε ό,τι αφορά τον τομέα της εμπορίας, καταγράφεται η δραστηριοποίηση 19 εταιρειών (στοιχεία 1998). Οι τιμές διαμορφώνονται βασικά σε 4 επίπεδα. Πρώτο επίπεδο οι ΒΡ Shell & TEXACO με τις υψηλότερες τιμές, δεύτερο AVIN & ELINOIL, τρίτο η ΕΚΟ με ενδιάμεσες τιμές και τέταρτο KMOIL, JET OIL, SILK OIL και λοιπές μικρότερες με τις χαμηλότερες τιμές. Τα δραχμικά περιθώρια των εταιρειών κυμαίνονται προ των εκπτώσεων από 26-32 δρχ. ανά λίτρο για τις βενζίνες ανάλογα με τον τύπο και περί τις 17-20 δρχ./λίτρο για το πετρέλαιο. Τα δραχμικά αυτά περιθώρια διαμορφώνουν σε ποσοστιαία βάση μικτά περιθώρια από 10-14% και εάν ληφθούν υπ’ όψιν οι εκπτώσεις, το καθαρό περιθώριο διαμορφώνεται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Από τη διαχρονική ανάλυση των αποτελεσμάτων (1992-1999) παρατηρείται μία μείωση των μεριδίων αγοράς ειδικότερα των μεγάλων εταιρειών ΒΡ και SHELL υπέρ των μικρών εταιρειών και συγκεκριμένα από συνολικό μερίδιο 52,7% των δύο εταιρειών το έτος 1992 σε 41,1% το έτος 1999.

Τα μεγαλύτερα μερίδια αγοράς συγκεντρώνουν οι εταιρείες, ΒΡ 23%, Shell 18% ΕΚΟ-ΕΛΔΑ 17,2% AVIN 6,8%, JET OIL 7,4% λοιπές 27,8%. Οι τρεις μεγάλες εταιρείες ΒΡ, SHELL και ΕΚΟ -ΕΛΔΑ έχουν συνολικό μερίδιο αγοράς 58,2%. Δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη συλλογικής δεσπόζουσας θέσης των εταιρειών ΒΡ, Shell και ΕΚΟ -ΕΛΔΑ.

Αυξητική τάση

Στον τομέα της λιανικής υπάρχουν 7.500 πρατήρια με αυξητική τάση. Η μέση κατανάλωση των πρατηρίων της χώρας ανέρχεται σε 100-120 Μ3/μήνα με διασπορά αυτής από 10Μ3 ninimum έως 1.000 Μ3 max/μήνα. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα αντιστοιχεί 1 πρατήριο ανά 260 κατοίκους, ενώ στη Γερμανία π.χ. η αντίστοιχη αναλογία είναι 1/5.000.

Η προσαρμογή στον μέσο ευρωπαϊκό όρο, θα έπρεπε να μειώσει τον αριθμό κατά το ήμισυ. Παρατηρείται πάντως ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ πρατηρίων θα ενισχυθεί εφόσον παρασχεθεί στα πρατήρια η δυνατότητα απ’ ευθείας προμήθειας καυσίμων από τα διυλιστήρια. Η Επιτροπή προτίθεται να ερευνήσει φαινόμενα εναρμονισμένης πρακτικής τιμών σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας.