ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γερμανία: το κόστος της αλληλεγγύης

Οταν ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ, άδραξε την ευκαιρία να επανενώσει τη χώρα του, πριν από μία δεκαετία, είχε υποσχεθεί, ότι η φτωχή κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία θα γινόταν «ένα ανθισμένο τοπίο» με τη σχέση της με την πλούσια Δύση. Σήμερα, πολλοί Ανατολικογερμανοί αρχίζουν να αμφιβάλλουν, ότι θα το επιτύχουν κάποτε, καθώς οι βιομηχανίες τους κατέρρευσαν και οι θέσεις εργασίας εξατμίσθηκαν μέσα στην αναταραχή της επανένωσης.

Η γερμανική κυβέρνηση και τα δυτικά ομόσπονδα κρατίδια έχουν διοχετεύσει δισεκατομμύρια μάρκα στην πρώην Ανατολική Γερμανία, σε μία προσπάθεια εκσυγχρονισμού των απαρχαιωμένων υποδομών της και ελάφρυνσης των βαρών της αυξανόμενης ανεργίας. Η νέα «συμφωνία αλληλεγγύης», προβλέπει τη χρονική παράταση της οικονομικής βοήθειας από το 2005 ως το 2020, με κόστος 306 δισ. μάρκα.

Οι χρηματοδοτήσεις αυτές θεωρούνται δεδομένες από μία σημαντική μερίδα της γερμανικής κοινωνίας. Η ενοποίηση είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής στη Γερμανία, ενώ το υψηλό κόστος της θεωρείται αναπόφευκτο. Αυτό δεν εμπόδισε, όμως, τη σκληρή διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατιδίων και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την ανάληψη των οικονομικών βαρών, που κατέληξε στη σύναψη της πρόσφατης συμφωνίας αλληλεγγύης.

Η επιβάρυνση του γερμανικού προϋπολογισμού για την οικονομική ενίσχυση της πρώην Ανατολικής Γερμανίας σήμανε επίσης τον περιορισμό της παραδοσιακής γερμανικής γενναιοδωρίας προς άλλες κατευθύνσεις και κυρίως έναντι του προϋπολογισμού της Ε.Ε. Οι Γερμανοί φορολογούμενοι εκφράζουν πλέον αυξανόμενες διαφωνίες για την ανάληψη μεγάλης μερίδας του κόστους της ευρωπαϊκής διεύρυνσης, αισθανόμενοι, ότι πληρώνουν ήδη δυσανάλογα μεγάλο τίμημα εξαιτίας της διάλυσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας.

Γιατί απέτυχε, όμως, η οικονομική ανάκαμψη στην Ανατολική Γερμανία, παρά τη μαζική εισροή κεφαλαίων από τη Δύση; Η ανεργία παραμένει στο 18%, ενώ δεν υπολογίζονται μεταξύ των ανέργων εκείνοι, οι οποίοι παρακολουθούν κρατικά επιδοτούμενα προγράμματα επιμόρφωσης. Το ειδικευμένο εργατικό δυναμικό συνεχίζει να μεταναστεύει στη Δύση.

Αλλες πρώην κομμουνιστικές οικονομίες, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, μοιάζουν να έχουν καλύτερη πορεία, χωρίς να διαθέτουν τους πλούσιους δωρητές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Ενας λόγος είναι, ότι πέτυχαν να δημιουργήσουν επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας στο εσωτερικό τους. Ενώ η ανατολική Γερμανία βασίσθηκε στις δυτικές επενδύσεις, οι γείτονές της υποχρεώθηκαν να αναπτύξουν τα ιδιαίτερα ταλέντα τους.

Οι εισροές κεφαλαίων προκάλεσαν επίσης τεχνητή έκρηξη στον οικοδομικό τομέα και στην αγορά ακινήτων, χωρίς όμως να δημιουργηθούν μόνιμες θέσεις απασχόλησης. Η προώθηση των κεφαλαίων υπήρξε χαρακτηριστικά αναποτελεσματική. Οι Δυτικογερμανοί επενδυτές άργησαν να προωθήσουν στελέχη στην Ανατολική Γερμανία, καθυστερώντας την εμφάνιση και εδραίωση τοπικών ταλέντων. Το «ανθισμένο τοπίο» μπορεί τελικά να μην «ανθίσει», έως ότου η Ανατολική Γερμανία να μπορέσει να στηριχθεί στις δικές της δυνατότητες.

Το μόνο που θα προκαλούσε έκπληξη σε ό,τι αφορά την προειδοποίηση κερδοφορίας της Merrill Lynch για το δεύτερο τρίμηνο είναι η έκπληξη κάποιου γι’ αυτό. Ηταν προφανές, ήδη πριν από έξι εβδομάδες, ότι το δεύτερο τρίμηνο θ’ αποδεικνυόταν ιδιαίτερα σκληρό. Αν χρειαζόταν επιβεβαίωση, οι ανακοινώσεις των Goldman Sachs, Morgan Stanley, Lehman Brothers και Bear Stearns την περασμένη εβδομάδα, των οποίων το δεύτερο τρίμηνο αφορά τους μήνες από Μάρτιο έως Μάιο, κατέστησε ακόμα πιο σαφές πόσο αποδυναμωμένα είναι τα έσοδα από διαπραγμάτευση μετοχών και παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για συγχωνεύσεις και εξαγορές. Παρ’ όλα αυτά, ο μέσος όρος των προβλέψεων για τα κέρδη παρέμεινε πεισματικά υψηλός.