ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επαφές Πουλιάδη για επιπλέον 22% της VDDG

Μετά την Despec Hellas που έχει ήδη συμφωνήσει την εξαγορά του 30% της ολλανδικής Van Dorp Despec Group (VDDG), ο όμιλος Πουλιάδη ανακοίνωσε χθες ότι βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις για την απόκτηση επιπλέον ποσοστού 22% της ίδιας εταιρείας. Εν τω μεταξύ χθες ανακοινώθηκε πως μέχρι το τέλος του 2001 αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η συγχώνευση της Despec Hellas με την VDDG, μέσω της οποίας δημιουργείται μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην παγκόσμια αγορά διανομής αναλωσίμων και περιφερειακών προϊόντων πληροφορικής. Ο πρόεδρος της Despec Hellas κ. Φώτης Γυλλιάδης επιβεβαίωσε το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, αλλά τόνισε ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη πριν από οποιαδήποτε χρονική δέσμευση για την ολοκλήρωση των διαδικασιών.

Η VDDG είναι εταιρεία συμμετοχών που εδρεύει στην Ολλανδία και σήμερα ελέγχει 21 επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Ειδικότερα, η VDDG έχει θυγατρικές στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στη Δανία, στη Βρετανία, στη Νορβηγία, στις ΗΠΑ, στη Ρωσία κ.λπ. Η ολλανδική εταιρεία ιδρύθηκε το 1990 με βασική δραστηριότητα τη διανομή αναλωσίμων προϊόντων πληροφορικής σε μεταπωλητές.

Σήμερα προωθεί στην αγορά, εκτός από αναλώσιμα και περιφερειακά προϊόντα πληροφορικής, ψηφιακές συσκευές, φωτογραφικά προϊόντα καθώς και αξεσουάρ τηλεπικοινωνιακών προϊόντων, αντιπροσωπεύοντας όλους τους μεγάλους κατασκευαστές (Hewlett-Packard, Epson, Canon κ.λπ.).

Την τελευταία τετραετία η VDDG παρουσιάζει ρυθμούς ανάπτυξης που κυμαίνονται μεταξύ 25% – 35%. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας, σε ενοποιημένη βάση, προσέγγισε τα 600 εκατ. ευρώ (204,5 εκατ. δραχμές) στη χρήση 2000, ενώ για φέτος προβλέπονται έσοδα περί τα 800 εκατ. ευρώ (273 δισ. δραχμές).

Η Despec Hellas, η οποία εισήχθη το 1998 στο ΧΑΑ με έσοδα περί τα τέσσερα δισ., πέτυχε πέρυσι κύκλο εργασιών ύψους 35 δισ. δραχμών και κέρδη περί τα 2,6 δισ. δραχμές. Στην τρέχουσα χρήση, και χωρίς να περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα του ομίλου VDDG, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας θα προσεγγίσει τα 50 δισ. και τα κέρδη τα τέσσερα δισ. δραχμές.