ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΛ.ΠΕ.: πιο κοντά ο στρατηγικός επενδυτής

To σχέδιο για στρατηγική ανάπτυξη των Ελληνικών Πετρελαίων στην Κεντροανατολική Ευρώπη μέσω ανταλλαγής πακέτου μετοχών με ομοειδείς εταιρείες φαίνεται να βρίσκεται πολύ κοντά στην υλοποίησή του. Ανεπίσημες δηλώσεις στελεχών του Ομίλου αναφέρουν ότι τα Ελληνικά Πετρέλαια συζητάνε με την αυστριακή εταιρεία OMV, την ουγγρική MOL και την πολωνική ΡΚΝ ORLEN, η συνολική κεφαλαιοποίηση των οποίων φτάνει τα 12 δισ. δολάρια.

Η OMV και η MOL έχουν ήδη προχωρήσει σε ανταλλαγή πακέτων μετοχών μεταξύ τους, ενώ τα Ελληνικά Πετρέλαια φέρονται να έχουν καταλήξει σε ανταλλαγή πακέτου και με τις δύο εταιρείες.

Αυτό που κυρίως διευκόλυνε τις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και 1,5 χρόνο περίπου είναι η πρόσφατη απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης Ν. Χριστοδουλάκη για μείωση του ποσοστού που κατέχει το Δημόσιο στα ΕΛ.ΠΕ. στο 35% από περίπου 67% που είναι σήμερα. Η υψηλή συμμετοχή του Δημοσίου ήταν το βασικό πρόσκομμα στην επίτευξη συμφωνίας, αφού οι υπόλοιπες τρεις είναι αποκρατικοποιημένες σε πολύ υψηλά ποσοστά. Στρατηγικός στόχος των ΕΛ.ΠΕ., μέσα από το σχέδιο συμμαχιών με ομοειδείς εταιρείες του εξωτερικού είναι η δραστηριοποίηση στην αγορά της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ύψους 100 εκ. τόννων ετησίως σε όλους τους τομείς παραγωγής από up stream μέχρι και ηλεκτροπαραγωγή. Χαρακτηριστικό της αναπτυσσόμενης αυτής αγοράς είναι η δραστηριοποίηση πολλών μικρών εταιρειών, τις οποίες το σχήμα των «τεσσάρων» βλέπει να εξαγοράζει μακροπρόθεσμα και η απουσία των μεγάλων πολυεθνικών με εξαίρεση τη ΒΡ και τη Shell, οι οποίες όμως δεν φαίνεται να έχουν εντάξει την αγορά αυτή στα στρατηγικά τους σχέδια.

Τα ΕΛ.ΠΕ. φέρονται να έχουν καταλήξει σε ολοκληρωμένο σχέδιο συμφωνίας που περιλαμβάνει συγκεκριμένο business plan, η ολοκλήρωση της οποίας ωστόσο θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις του μετόχου (ελληνικό Δημόσιο).

Σε ό,τι αφορά στην πορεία του Ομίλου, υψηλόβαθμα στελέχη αναφέρουν ότι τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου θα είναι πολύ καλύτερα από αυτά του πρώτου τριμήνου και ότι η κερδοφορία στο τέλος του έτους θα κινηθεί μεταξύ της κερδοφορίας του 1999 και του 2000, δηλαδή μέχρι και 80 δισ. δραχμές.