ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με ταχύτατους ρυθμούς η μείωση κερδοφορίας των επιχειρήσεων

Τ α κακά μαντάτα δεν τελειώνουν. Στις 15 Ιουνίου, η Nortel, εταιρεία κατασκευής τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού, ανακοίνωσε τη δεύτερη μεγαλύτερη ζημία που έχει υποστεί ποτέ επιχείρηση σε περίοδο τριμήνου. Η εν λόγω αμερικανική εταιρεία απώλεσε 19,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Την ανακοίνωσή της ακολούθησε σειρά άλλων, αποκαρδιωτικών αποκαλύψεων, συμπεριλαμβανομένης της κατά 24% πτώσης των κερδών της επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs. Εξίσου μεγάλα προβλήματα παρουσιάζονται και στην Ευρώπη. Στις 20 Ιουνίου, ο γερμανικός κολοσσός κατασκευής μικροτσίπς, Infineon, κατάφερε να σοκάρει τις αγορές όταν ανακοίνωσε ότι είναι πιθανόν να υποστεί ζημίες το δεύτερο τρίμηνο, των οποίων η αξία θα φτάσει τα 600 εκατομμύρια ευρώ. Ο κατάλογος των εταιρειών που πιθανότατα θα βρεθούν σε παρόμοια, δυσμενή θέση, αναμένεται να μακρύνει, καθώς κορυφώνεται η περίοδος των προ-ανακοινώσεων των επιχειρήσεων τις επόμενες εβδομάδες. Σε γενικές γραμμές, τα επιχειρηματικά κέρδη αναμένονται να συρρικνωθούν περαιτέρω, ακόμη και αν ανακάμψει η αμερικανική οικονομία το δεύτερο εξάμηνο, ενώ πρόκειται μάλιστα για ένα πολύ μεγάλο «αν».

Γεγονός είναι ότι η μείωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων σημειώνεται με ταχύτατους ρυθμούς. Το πρώτο τρίμηνο του 2000, ο μέσος όρος των κερδών των εταιρειών που συμπεριλαμβάνονται στον δείκτη S & Ρ 500 ήταν αρκετά αυξημένος σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Το πρώτο τρίμηνο του 2001 ήταν αντιστοίχως μειωμένα κατά 6,1%. Αναλυτές αναφέρουν ότι τα αντίστοιχα στοιχεία για τις περιόδους του δευτέρου τριμήνου του 2000 και του δευτέρου τριμήνου φέτος, θα αποδείξουν ότι τα κέρδη των επιχειρήσεων είναι μειωμένα κατά 14% ώς και 16%. Οι τελευταίες εκτιμήσεις τους αναφέρουν ότι είναι πιθανή η αύξηση των εν λόγω κερδών από το τέταρτο τρίμηνο φέτος. Ωστόσο, αν κρίνει κανείς από την πρόσφατη σωρεία προειδοποιήσεων προς τις αγορές εκ μέρους πολλών επιχειρήσεων σχετικώς με τη διαμόρφωση της κερδοφορίας τους, δεν αποκλείεται η βελτίωση αυτής της κερδοφορίας να καθυστερήσει για τις αρχές του 2002.

Παράλληλα, υπάρχουν ορισμένες ελπίδες μέσα στο γενικευμένο κλίμα απαισιοδοξίας. Πρώτον, μετά τον μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων που προέβησαν σε ανακοινώσεις του είδους το πρώτο τρίμηνο, ο αριθμός των εταιρειών που κρίνει σκόπιμο να προειδοιποιήσει τις αγορές για το δεύτερο τρίμηνο μειώνεται -παρότι είναι πιθανόν να υπερβεί τις 1.000. Ακόμη, η εικόνα δεν είναι εξίσου κακή για όλους τους κλάδους. Αν και αληθεύει ότι η κερδοφορία των επιχειρήσεων του κλάδου της τεχνολογίας, όπως αυτές συμπεριλαμβάνονται στον δείκτη S&Ρ 500 μειώθηκε περίπου κατά 40% το δωδεκάμηνο του πρώτου τριμήνου του 2000 με το πρώτο τρίμηνο του 2001 και αναμένεται να είναι μειωμένη κατά 60% για το αντίστοιχο διάστημα επί βάσεως του δευτέρου τριμήνου, το 57% των εταιρειών που συγκαταλέγονται στον δείκτη S&Ρ 500 απέδωσαν τα τελευταία τέσσερα τρίμηνα μεγαλύτερα κέρδη επί δωδεκαμήνου βάσεως. Επίσης, είναι πιθανόν ότι οι αναλυτές υπερβάλλουν την απαισιοδοξία τους, ακριβώς όπως στο παρελθόν υπερέβαλαν την αισιοδοξία τους. Για πρώτη φορά σχεδόν, οι εν λόγω αναλυτές εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι από τους συναδέλφους τους των μακρο-οικονομικών αναλύσεων. Ακόμη, είναι σίγουρο ότι πολλές επιχειρήσεις επιθυμούν να δημοσιοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα άσχημα νέα τους τώρα, ελπίζοντας ότι οι τιμές των μετοχών τους θα ευνοηθούν περισσότερο από άλλες όταν θα αρχίσει να βελτιώνεται το επενδυτικό κλίμα, καθώς θα είναι συγκριτικά φθηνότερες.

Υπάρχει όμως και η λιγότερο αισιόδοξη άποψη. Οπως αναφέρει ο Μπρους Κάσμαν, της J.Ρ. Morgan Chase, ακόμη και αν ανακάμψει η οικονομία το δεύτερο εξάμηνο, είναι πιθανόν οι ρυθμοί βελτίωσης των επιχειρηματικών κερδών να μην είναι ανάλογα ταχείς. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι η κατάσταση στην αγορά εργασίας θα παραμείνει σφιχτή -ότι δηλαδή δεν θα υπάρχει διαθέσιμη πληθώρα εργατικών χεριών- με αποτέλεσμα το κόστος της απασχόλησης, που ήδη αυξάνεται κατά 6% σε ετήσια βάση, να συνεχίσει να αυξάνεται με τέτοιους, γρήγορους ρυθμούς. Πέραν αυτού, η «διόρθωση» στο μέτωπο των αποθεμάτων των εμπορευμάτων, που ξεκίνησε από το περασμένο καλοκαίρι, καθώς οι επιχειρήσεις προσπαθούν να μειώσουν τα απροσδόκητα μεγάλα αποθέματα που τους δημιουργήθηκαν, χρειάζεται ακόμη να κάνει τον κύκλο της.

Ο παράγων «παραγωγικότητα» αναμένεται επίσης να λειτουργήσει καθοριστικά, καθώς αναμένεται να συνεχίσει μεν να αυξάνεται αλλά με πιο αργούς ρυθμούς απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η μείωση μάλιστα της παραγωγικότητας το πρώτο τρίμηνο, σε ετήσιο ποσοστό 1,4%, ώθησε πολλούς οικονομολόγους να μειώσουν τις εκτιμήσες τους σχετικώς με την πιθανή αύξηση της παραγωγικότητας στο μέλλον, καθώς η θαυματουργή για τον τομέα αυτό «νέα οικονομία» φαίνεται ότι έχει φτάσει στα όριά της.

Οπως αναφέρει ο Γιόζεφ Λακόνισοκ, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ιλινόι, στο μέλλον η κατά 6% ετήσια αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων ίσως αποτελέσει τον κανόνα. Πρόκειται για ένα ποσοστό που είναι ανάλογο με τον μέσο όρο της αύξησης της κερδοφορίας των επιχειρήσεων τα τελευταία 50 χρόνια. Δεδομένου του αρνητικού, τρέχοντος κλίματος, ακόμη και μία τέτοια, μέτρια αύξηση -εφόσον επιτευχθεί- θα είναι σαν… λαχείο, υποστηρίζει ο ίδιος.