ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα παραμύθια του Αντερσεν και η νίκη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ

Την εβδομάδα, που μας πέρασε, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ είδε για πρώτη φορά μέσα σε 20 χρόνια να ολοκληρώνεται με επιτυχία η υπόθεση, που είχε κινήσει εις βάρος εταιρείας ορκωτών λογιστών. Στο πλαίσιο αυτό επέβαλε πρόστιμο 7 εκατομμυρίων δολαρίων στην Andersen για παράτυπη επαγγελματική συμπεριφορά κατά την εξέταση των λογιστικών βιβλίων της Waste Management στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Στους ισολογισμούς των ετών 1992-1996 είχε βρεθεί ότι είχαν διογκωθεί τα ποσά τα σχετικά με τα προ φόρων έσοδα κατά 1,4 δισ. δολάρια τουλάχιστον. Αν και δεν παραδέχθηκε, ούτε αρνήθηκε τις κατηγορίες, η Andersen συγκατατέθηκε στο να καταβάλει το πρόστιμο, το οποίο θεωρείται το υψηλότερο επιβληθέν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε μία εξέχουσα εταιρεία λογιστών.

Η εν λόγω υπόθεση αποδεικνύει το βάσιμο των ανησυχιών του οργάνου, ότι η ποιότητα του λογιστικού ελέγχου προσαρμόζεται στον όγκο της μη λογιστικής (και περισσότερο επικερδούς) εργασίας, την οποία σήμερα εκτελούν οι αρμόδιες εταιρείες για τους πελάτες τους. Οι σχέσεις της Andersen με τη Waste Management ήταν μακρές και ευρείες. Τα βιβλία της προαναφερθείσης εταιρείας ελέγχονταν από τους ανθρώπους της Andersen περισσότερο από τριακονταετία και κάθε ανώτατος οικονομικός διευθυντής της Waste Management, που σεβόταν τον εαυτό του, είχε προηγουμένως εργαστεί ως ορκωτός λογιστής στην Andersen και αυτό ίσχυε έως το 1997.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 συνεταίρος της Andersen, υπεύθυνος για το λογιστικό έλεγχο της Waste Management ήταν ο Ρόμπερτ Αλγκιερ. Επιπλέον, ήταν διευθυντής μάρκετινγκ για το γραφείο της Andersen στο Σικάγο και αρμόδιος για τις πωλήσεις άλλων υπηρεσιών στις εταιρείες-πελάτες. Το διάστημα 1991-1997 η Waste Management πλήρωσε την Andersen 7,5 εκατομμύρια δολάρια για τους λογιστικούς ελέγχους και 11,8 εκατομμύρια δολάρια για άλλες υπηρεσίες. Την εβδομάδα, που μας πέρασε, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ επέβαλε πρόστιμο 50.000 δολαρίων στον κ.Αλγκιερ και του απαγόρευσε να διεξάγει ελέγχους σε εισηγμένες εταιρείες για πέντε χρόνια.

Το παρελθόν έτος η Επιτροπή δεν προώθησε πρόταση, σύμφωνα με την οποία θα απαγορευόταν σε ορκωτούς λογιστές, ειδικά των εισηγμένων εταιρειών, να προσφέρουν υπηρεσίες πληροφορικής σε αυτές. Φθάνοντας σε συμβιβασμό, υποχρέωσε τις εν λόγω εταιρείες να δηλώνουν το πόσο, να πληρώνουν τους ορκωτούς λογιστές τους για τον έλεγχο και πόσο μάλλον για αλλότριες υπηρεσίες.

Τα αποτελέσματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Το 2000, λόγου χάριν, η General Electric κατέβαλε στην KPMG 23,9 εκατομμύρια δολάρια για λογιστικό έλεγχο και 79,7 εκατομμύρια δολάρια για άλλες εργασίες. Επίσης, η ίδια εταιρεία κατέβαλε στη Deloitte &Touche 17 εκατομμύρια δολάρια για λογιστικό έλεγχο και 79 εκατ. δολ. για τα διάφορα.

Το 2000 η Waste Μαnagement κατέβαλε το υψηλότερο τίμημα για λογιστικό έλεγχο από κάθε άλλη εισηγμένη αμερικανική επιχείρηση, τίμημα το οποίο έφθασε τα 48 εκατομμύρια δολάρια, διότι οι λογιστές, έπρεπε να καθαρίσουν «την κόπρο του Αυγείου», που είχε σωρευθεί από τις προηγούμενες χρονιές. Η εταιρεία, που το ανέλαβε, δεν ήταν άλλη από την Andersen, η οποία εισέπραξε άλλα 31 εκατομμύρια δολάρια από τη Waste Management.