15 Μαΐου 1928
Έναρξη λειτουργίας Τραπέζης της Ελλάδος

Η κεντρική τράπεζα της χώρας αρχίζει τη λειτουργία της με προσωπικό 500 ατόμων. Είχε ιδρυθεί τον Σεπτέμβριο του 1927, μετά από πρόταση της Κοινωνίας των Εθνών, προκειμένου να στηριχθούν οι προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τα σοβαρά οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας.

«Μεταξύ ενθουσιασμών, χαράς, καμπανίτου και προσφωνήσεων τελούνται σήμερον τα εγκαίνια της “Τραπέζης της Ελλάδος”. […] Η “Τράπεζα της Ελλάδος” δεν εκπροσωπεί απλώς μίαν Τράπεζαν, η οποία δανείζεται και δανείζει και χορηγεί χρήματα και δέχεται καταθέσεις. Ως τοιαύτη, είτε προς τον πλούτον είτε προς την πτωχείαν επρόκειτο να βαδίση, η τύχη της δεν θα ηδύνατο να συγκινήση κανένα. […] Η Τράπεζα της Ελλάδος εκπροσωπεί την προσπάθειαν –την εγγύησιν λέγει το Κράτος– την προσπάθειαν, όπως η Ελληνική Δραχμή κρατηθή οριστικώς εις την σημερινήν της τιμήν. […] Τώρα συμφέρον και της Ελλάδος και όλων ημών είναι να επιτύχη η σταθεροποίησις και να βαδίση προς την ευημερίαν και προς την πρόοδον η Τράπεζα της Ελλάδος.»

 

Η ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος
του Ανδρέα Κακριδή*

Έχοντας διανύσει μία δεκαετία πολέμων, εδαφικών ανακατατάξεων και ανταλλαγών πληθυσμού, η Ελλάδα τη δεκαετία του 1920 βρισκόταν αντιμέτωπη με σειρά προκλήσεων, λόγω της ενσωμάτωσης των Νέων Χωρών και της αποκατάστασης των προσφύγων. Η απορρόφηση των κοινωνικών και οικονομικών κραδασμών που δημιουργούσαν αυτές οι προκλήσεις προϋπέθετε την πραγματοποίηση επενδύσεων, άρα και την εξασφάλιση νέων κεφαλαίων από το εξωτερικό.  Ποιος, όμως, θα ήταν διατεθειμένος να αγοράσει ελληνικά ομόλογα; Η οικονομική δυσπραγία δεν άφηνε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Για να μπορέσει η Ελλάδα να αντλήσει νέα κεφάλαια από το εξωτερικό, έπρεπε πρώτα να νοικοκυρέψει τα δημόσια οικονομικά της και να σταθεροποιήσει τη δραχμή. 

Αυτές ήταν οι συνθήκες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπη η οικουμενική κυβέρνηση που προέκυψε από την ανατροπή της δικτατορίας του Πάγκαλου και τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1926 – τις πρώτες μετά από μακρά περίοδο πολιτικής ανωμαλίας. Η εξασφάλιση ενός νέου εξωτερικού δανείου αποτέλεσε βασική προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης. Θέλοντας να κερδίσει και πάλι την εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών, η κυβέρνηση απευθύνθηκε στη Δημοσιονομική Επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών, που κατείχε μια θέση ανάλογη –όχι, όμως, και ταυτόσημη– με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σήμερα. Το μήνυμα των ξένων ήταν ξεκάθαρο: η Ελλάδα έπρεπε να νοικοκυρέψει τα δημόσια οικονομικά της, περικόπτοντας δαπάνες και εκσυγχρονίζοντας το φορολογικό της σύστημα· ένας βελτιωμένος προϋπολογισμός θα άνοιγε τον δρόμο για τη σταθεροποίηση του νομίσματος, που εκείνη την εποχή ισοδυναμούσε με πρόσδεση στο άρμα του χρυσού. 

Ο «κανόνας χρυσού» είχε αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομισματικού συστήματος πριν από το 1914. Κάθε χώρα όριζε την ισοτιμία της σε όρους του κίτρινου μετάλλου και ήταν πρόθυμη να ανταλλάξει το εθνικό της νόμισμα με αυτό. Έτσι, οι χώρες εξασφάλιζαν ελευθερία στην κίνηση κεφαλαίων και σταθερές ισοτιμίες, θυσιάζοντας μέρος της ανεξαρτησίας τους στη νομισματική πολιτική. Στη διάρκεια του πολέμου, ο κανόνας εγκαταλείφθηκε· τυπώνοντας χρήμα για να καλύψουν τις ανάγκες τους, πολλές οικονομίες είδαν τις τιμές τους να σκαρφαλώνουν στα ύψη και τα νομίσματά τους να απαξιώνονται. Θέλοντας να ξορκίσουν τη νομισματική αστάθεια, τη δεκαετία του 1920, η μία μετά την άλλη οι χώρες επέστρεφαν στον «κανόνα χρυσού», υιοθετώντας τις απαραίτητες πολιτικές. Σε αρκετές περιπτώσεις, ιδίως σε όσες χώρες είχαν δημιουργηθεί από ανακατατάξεις λόγω πολέμου, η επιστροφή αυτή συνδεόταν με την ίδρυση μιας νέας κεντρικής τράπεζας. 

Για τους ξένους εμπειρογνώμονες, που επισκέφθηκαν την Αθήνα την άνοιξη του 1927, είχε έρθει και η σειρά της Ελλάδας να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Η έκθεσή τους καυτηρίασε τον εναγκαλισμό της Εθνικής Τράπεζας με το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο προσέφερε αφειδώς πιστώσεις. Ταυτόχρονα, επέκρινε το γεγονός ότι ο έλεγχος του νομίσματος βρισκόταν στα χέρια μιας εμπορικής τράπεζας η οποία μπορούσε να το χρησιμοποιήσει εις βάρος των εμπορικών ανταγωνιστών της. Η σύγχρονη πρακτική υπαγόρευε την ανάθεση της νομισματικής πολιτικής σε ένα ανεξάρτητο ίδρυμα, ικανό να στηρίξει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και να αντισταθεί στις εκάστοτε πολιτικές πιέσεις. Έτσι, η μετατροπή της Εθνικής Τράπεζας σε αμιγώς εκδοτικό ίδρυμα έγινε «προαπαιτούμενο» για τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας.

Ευρισκόμενη με την πλάτη στον τοίχο, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί τους όρους των ξένων, ελπίζοντας να καθυστερήσει την εφαρμογή των τραπεζικών μεταρρυθμίσεων. Όταν φάνηκε πως αυτό ήταν αδύνατον, η Εθνική αρνήθηκε κατηγορηματικά να διακόψει τις εμπορικές της δραστηριότητες, που αποτελούσαν και τη βάση της κερδοφορίας της. Ούτε η κυβέρνηση, όμως, επιθυμούσε να καταργήσει το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα της χώρας. Οι διαπραγματεύσεις φάνηκαν να οδηγούνται σε αδιέξοδο. Τη λύση έδωσε τότε ο υποδιοικητής της Εθνικής, Εμμανουήλ Τσουδερός, προτείνοντας την ίδρυση ενός νέου ιδρύματος, στο οποίο η Εθνική θα παραχωρούσε το εκδοτικό προνόμιο. Έτσι, οπλισμένη με ένα σύγχρονο καταστατικό που θα οριοθετούσε τις σχέσεις της με το κράτος, η νέα τράπεζα θα αφιερωνόταν στην υπεράσπιση του νομίσματος, ενώ η Εθνική θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητη τις εμπορικές της δραστηριότητες. 

Αυτοί ήταν οι βασικοί άξονες του Πρωτοκόλλου της Γενεύης, μιας διεθνούς πράξης με την οποία η Ελλάδα δεσμεύθηκε να εφαρμόσει δημοσιονομικές και νομισματικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης της Τράπεζας της Ελλάδος. 

Η υπογραφή του Πρωτοκόλλου, τον Σεπτέμβριο του 1927, άνοιξε τον δρόμο για την έκδοση ενός νέου δανείου υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών και την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Στις 12 Μαΐου 1928 η δραχμή εντάχθηκε εκ νέου στον αστερισμό του χρυσού: η ισοτιμία της «κλείδωσε» στις 375 δραχμές ανά στερλίνα, και η Τράπεζα της Ελλάδος ανέλαβε την υποχρέωση να πουλάει και να αγοράζει συνάλλαγμα σε αυτήν την τιμή. Λίγο αργότερα, το νεοσύστατο ίδρυμα άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στο κοινό. Διοικητής του ορίστηκε ο μέχρι πρότινος συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας, Αλέξανδρος Διομήδης, με υποδιοικητή τον Εμμανουήλ Τσουδερό. Το ημερολόγιο έδειχνε Δευτέρα 14 Μαΐου 1928· μία νέα κεντρική τράπεζα είχε μόλις γεννηθεί. 

* Ο Ανδρέας Κακριδής είναι οικονομικός ιστορικός.

Φωτογραφίες
Το κτήριο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τη δεκαετία του 1930.