ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Η πρώτη φορά

Η πρώτη φορά

«Ανοίγω το σπίτι μου». Τι έκφραση! Την έλεγε η γιαγιά μου, γεννηθείσα το 1886. Τα τελευταία πολλά χρόνια έχει χαθεί. Κι εγώ την κορόιδευα όταν την άκουγα, μου θύμιζε δρύινες πόρτες που κρύβουν σαλόνια και ανοίγουν μόνο σε ονομαστικές γιορτές και επετείους, απωθητική μυρωδιά κλεισούρας μαζί με ακραίας καθαριότητας. Με τη ζωή να είναι αλλού.

Και όμως, ήρθε στο μυαλό μου αυτομάτως όταν το Σάββατο 30 Μαΐου ήρθαν στο σπίτι οι φίλοι μας για πρώτη φορά από τα μέσα Μαρτίου. Ανοίγουμε το σπίτι μας, σκέφτηκα. Περισσότερες από τις σαράντα ημέρες του πένθους, όπου νομίζω ότι εκεί θα αναφερόταν η παλιοκαιρινή διατύπωση. Εξήντα ημέρες αποκλεισμού, που, όσο κι αν τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα και η άνοιξη οργίαζε απέξω, μετά τις πρώτες εβδομάδες διαπίστωνα ότι τα σπίτια από τους ανθρώπους ζεσταίνονται. Το Σάββατο ήρθαν οι φίλοι μας να μοιραστούμε το τραπέζι και το φαγητό μας. Ανέβηκαν τη σκάλα του σπιτιού κι όλοι ήμασταν ανυπόμονοι, λαμπεροί και χαρούμενοι, που δεν μας πείραξε τόσο που δεν μπορούσαμε να αγκαλιαστούμε, να μείνουμε τα λίγα δευτερόλεπτα στην αγκαλιά του άλλου, να ανταλλάξουμε φιλιά, να πιάσουμε το χέρι, να κάνουμε ένα χάδι στα μαλλιά. Αρκούσε στην αρχή το βλέμμα, αίσθηση της συντροφιάς.

Κι αν μια φορά καλύφθηκε και παρηγορήθηκε η απουσία της αφής με την αρχή του συναπαντήματος, μετά δεν τη σκεφτήκαμε καθόλου ξανά, αναπληρώθηκε εντελώς… Αναπληρώθηκε και ξεπεράστηκε από την κυριαρχία της όσφρησης, της γεύσης και του «μαζί». Αυτά αρκούν και ενίοτε περισσεύουν. Σε κάνουν να νιώθεις την εγγύτητα, η μοιρασιά του φαγητού σε φέρνει στο ίδιο στρατόπεδο με τον άλλο. Καιρό είχα να χαρώ τόσο, καθώς ετοίμαζα αυτό το πρώτο τραπέζι της πρώτης φοράς. Η επιλογή και το στρώσιμο του τραπεζομάντιλου, τα πρώτα και τα δεύτερα πιάτα, τα ποτήρια στη σωστή θέση, η σκέψη για τη θέση του κάθε συνδαιτυμόνα. Και η προετοιμασία του φαγητού, τι πανηγύρι, χαρά βαθιά, κανένα άγχος! Καθίσαμε στο τραπέζι στις εννέα και δεν σηκωθήκαμε πριν από τις δύο. Τα πιάτα γέμιζαν, τα ποτήρια το ίδιο, το σώμα χαλάρωνε, η γλώσσα λυνόταν, η προσδοκία της συντροφιάς επιβεβαιωνόταν.

Κάθε πρόποση δεν ήταν ένα τυπικό σήκωμα του ποτηριού, την εννοούσαμε μέσα στην καρδιά μας, κοιταζόμασταν στα μάτια. Αγγίζονταν και ηχούσαν τα ποτήρια μας, δεν πειράζει που για τα χέρια μας δεν επιτρεπόταν. Αλληλεγγύη και κατανόηση μέσα από το μοίρασμα του τραπεζιού. Όλα αυτά που μας είναι δεδομένα και αυτονόητα, που δεν στεκόμαστε ούτε δευτερόλεπτο να τα αναλογιστούμε, τα στερηθήκαμε, μας απαγορεύτηκαν, και τώρα που τα ξαναβρήκαμε, την πρώτη φορά είδαμε την αξία τους. Πληρότητα, πόσο ποθητή αίσθηση. Εκείνο, το πρώτο βράδυ, τη νιώσαμε.