ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Της χαράς ή μήπως του πειραματισμού;

Της χαράς ή μήπως του πειραματισμού;

Γράφει η Εύη Μ. Μαθιουδάκη

Είναι κρίμα που στη χώρα μας η μπουράντζα δεν καλλιεργείται στα μποστάνια μας μαζί με τις ντοματιές μας ή δεν καταβάλλεται έστω μια μικρή προσπάθεια ένταξής της στην κουζίνα μας.

Ενδημικό της Μεσογείου, το μποράγκο ή μπουράντζα (Borago officinalis) το συναντάμε σε όλο το βόρειο τόξο της, από την Τουρκία έως και την Ισπανία. Φυτό εύκολο στην αναπαραγωγή του, μεταφέρθηκε από τους Ρωμαίους στη Μεγάλη Βρετανία, όπου αγαπήθηκε πολύ, ενώ στον ύστερο Μεσαίωνα διαδόθηκε και σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, κυρίως τη Γερμανία και την Πολωνία. Βλασταίνει κάθε άνοιξη, πάντα στο ίδιο σημείο, από τους ίδιους της τους σπόρους. Σε πλήρη ανάπτυξη η μπουράντζα μπορεί να φτάσει μέχρι και το ένα μέτρο ύψος, ο μίσχος και τα φύλλα της καλύπτονται από τριχούλες, ενώ τα άνθη της σχηματίζουν μεγάλες ταξιανθίες.

Στη χώρα μας ανθίζει τον Φεβρουάριο, αλλά, αν ποτίζεται, η ανθοφορία της μπορεί να διαρκέσει έως και τα τέλη Ιουνίου. Το σαγηνευτικό, στο μπλε του κοβαλτίου, άνθος της είναι γνωστό από τους αρχαίους χρόνους για την αντικαταθλιπτική του δράση, για το θάρρος που δίνει στον στρατιώτη πριν από τη μάχη ή στον ερωτευμένο μπροστά στην καλή του και σίγουρα για την αντιμετώπιση σειράς άλλων δεινών. Είναι κρίμα που στη χώρα μας ένα τόσο ευεργετικό ακόμη και για τις μέλισσες φυτό δεν καλλιεργείται στα μποστάνια μας μαζί με τις ντοματιές μας ή δεν καταβάλλεται έστω μια μικρή προσπάθεια ένταξής της στην κουζίνα μας.

Και μια που το έχουμε παρακάνει με τον πανσέ, μια εύκολη λύση θα ήταν να στολίσουμε τις σαλάτες μας ή τις τούρτες μας με άνθη της μπουράντζας ή έστω τα κοκτέιλ μας. Δεδομένου ότι και οι νεαροί βλαστοί και τα φύλλα της είναι βρώσιμα, μπορούμε επίσης να πειραματιστούμε αντικαθιστώντας μερικώς το σπανάκι ή το σέσκουλο με την μπουράντζα στα μαγειρέματά μας. Και λέω μερικώς, γιατί, όταν βράζεται, αλλοιώνεται η κατεξοχήν αγγουρένια και δροσερή γεύση της και μένει κάτι το πιο γήινο, πιο ουδέτερο. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι, όταν βράζεται, μυρίζει ψάρι, γι’ αυτό ίσως να μην είναι τυχαίο το ότι κυκλοφορούν πολλές συνταγές στο διαδίκτυο για τσιμιτσούρι σολομού με μπουράντζα ή και πουγκάκια ψαρικών με γέμιση μπουράντζας.

Προσωπικά έχω αρχίσει να χρησιμοποιώ τα νεαρά φύλλα, ψιλοκομμένα, στις πράσινες σαλάτες, τα οποία μαζί με τα υπόλοιπα μυρωδικά, λίγο γιαούρτι και μηλόξιδο δημιουργούν ένα ιδιαίτερα φρέσκο αποτέλεσμα. Και ο μεν Francis Bacon έλεγε ότι το μποράγκο είναι ιδανικό «to repress the fuliginous vapour of dusky melancholie» (σε ελεύθερη μετάφραση: «να καταπνίξει του ισχυρούς ατμούς της σκοτεινής μελαγχολίας») και με αυτά και με άλλα το έριξαν οι φίλοι μας οι Βρετανοί στο τζιν τους και στα Pimm’s, αλλά εσείς δοκιμάστε να προσθέσετε πολτοποιημένα νεαρά φύλλα μπουράντζας στις λεμονάδες σας από φυσικό χυμό ή στολίστε τες με ένα παγάκι με άνθος μπουράντζας. Η υψηλή περιεκτικότητά της σε κάλιο σίγουρα θα σας κάνει καλό.

Να το φυτέψετε το μποράγκο, να το ψάξετε στην ελληνική φύση αυτή την εποχή που ανθίζει ολοζώντανο, για εκείνη την ξεχασμένη χαρά του μπλε, για το κεντημένο άνθος του μπουράγκο στον μανδύα του ιππότη, για εκείνο το λίγο κουράγιο που μας λείπει και κάνει πάντα τη διαφορά.