ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΟΣ

Η κουζίνα της γιαγιάς

nor_lina_171

Προχθές πήραμε τα μέτρα της. Ακούγεται μακάβριο, αλλά ήταν πια καιρός να δούμε την αλήθεια κατάματα: η κουζίνα μας εν συνόλω πνέει τα λοίσθια. Ο πάγκος του νεροχύτη έχει πια αποκολληθεί από τον τοίχο, λες και θέλει να πάει βόλτα ή έστω να κάνει μια και να σωριαστεί σαν drama queen ή σαν εκείνο το περίπτερο της Πανεπιστημίου. Στην πραγματικότητα, απλώς λύγισε από το βάρος των κατά συρροή νοικοκυριών.

Η πρώτη που έζησε εδώ ήταν η γιαγιά, πρωτομπήκε προ σαράντα και πλέον ετών. Στον πάγκο αυτόν είχε ακουμπισμένο ένα μικρό πλυντήριο πιάτων. Ένα γκρι μηχάνημα που δούλευε νυχθημερόν, θα νόμιζες ότι είναι το καρδιοχτύπι του σπιτιού. Το γιατί αρνιόταν να πάρει ένα πλυντήριο της προκοπής, να βολευτεί, ποτέ δεν το κατάλαβα, αλλά, στο πλαίσιο μιας παράξενης διαδοχής, ούτε εγώ αγόρασα ποτέ πλυντήριο τα τελευταία δώδεκα χρόνια που είμαι η κυρία του ίδιου διαμερίσματος. Όλα τα ταψιά, όλα τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνα των γευμάτων και των τραπεζωμάτων τόσων χρόνων, όλα τα σκεύη και τα παρα-σκεύη, οι κούπες με κραγιόν στο χείλος και τα βρόμικα τασάκια, όλα έχουν πλυθεί στο χέρι και στραγγίξει πλάι στον νεροχύτη, εκεί που κάποτε καθόταν ένα γκρι μηχάνημα.

Χθες το πρωί τηγάνιζα ένα αυγό, να το βάλω πάνω σε ψωμί με αβοκάντο. Μπορώ να υποψιαστώ τι ύφος θα έπαιρνε αν με έβλεπε από μια μεριά. «Μνήσθητί μου, Κύριε», θα μουρμούριζε. Είναι περίεργο να τη φαντάζομαι να στέκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο μ’ εμένα, ανακατεύοντας με νεύρο το φαΐ στην κατσαρόλα της. Με το ίδιο φως να μπαίνει από το τζάμι, φτιάχνοντας τις ίδιες σκιές στα ντουλάπια και στο πλακάκι. Στοίχημα ότι το πάτωμα σε αυτή τη θέση, ακριβώς μπροστά στην ηλεκτρική κουζίνα, έχει κάνει μια μικρή κουρμπίτσα, υποδοχή για τα πόδια νευρικής νοικοκυράς. Το επόμενο διάστημα, λοιπόν, θα πάμε στον μάστορα να μας κάνει τα ντουλάπια, να βρούμε και πλακάκια, όλα αυτά που θα συνεφέρουν αυτό το δωμάτιο του σπιτιού, από όλα το πιο αγαπημένο. Πρώτα ο Θεός, που θα ’λεγε και η γιαγιά.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον Γαστρονόμο, τεύχος 171.