ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Νευρικός εραστής;

film_allen_undercurrents_2
gettyimages-845675980
gettyimages-845957296
000_sapa990110118960

Η επεισοδιακή ιστορία της νέας ταινίας του Γούντι Άλεν, οι ξεχασμένες κατηγορίες της κόρης του που επανήλθαν στο προσκήνιο, και το Χόλιγουντ που στην εποχή του #MeToo τού γύρισε την πλάτη.

Συμβαίνει συχνά στους ηθοποιούς που πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Γούντι Άλεν να μιμούνται τον σκηνοθέτη τους. Αντιγράφουν τον ρυθμό και τον επιτονισμό της ομιλίας του, το πώς κομπιάζει ανάμεσα σε κάποιες συλλαβές, υιοθετούν τη δική του νευρωτική κινησιολογία, συμπεριφέρονται ώστε να μοιάζουν όσο γίνεται με αυτόν. Το έχουν κάνει πολλοί εδώ και δεκαετίες, το έκανε και ο Τιμοτέ Σαλαμέ στην πιο πρόσφατη ταινία του Άλεν – η διαφορά είναι ότι ο νεαρός ηθοποιός, αφού ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα, δήλωσε ότι θα προσφέρει την αμοιβή του σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, μετανιωμένος που συνεργάστηκε με έναν άνθρωπο που το 1992 κακοποίησε σεξουαλικά τη θετή του κόρη, ηλικίας επτά ετών. Έκανε πράγματι κάτι τέτοιο;

Ο Σαλαμέ σίγουρα δεν γνωρίζει την απάντηση. Δεν τη γνώριζε όταν αποδέχτηκε τον ρόλο, δεν τη γνώριζε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, δεν τη γνωρίζει τώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι ξαφνικά πιστεύει πως ο Γούντι Άλεν είναι ένοχος. Όπως και αρκετοί ακόμα ηθοποιοί που έπαιξαν στην ταινία αλλά και δεκάδες άλλοι που έχουν κατά καιρούς συνεργαστεί με τον Άλεν, οι οποίοι έσπευσαν να αναρτήσουν στα κοινωνικά δίκτυα κάποιο μήνυμα μετάνοιας, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν σκοπεύουν να δουλέψουν ξανά μαζί του στο μέλλον. Το ίδιο επί της ουσίας έκανε και η Amazon που «πάγωσε» το συμβόλαιο που είχε υπογράψει μαζί του για την παραγωγή και διανομή της ταινίας, με τον Άλεν να καταθέτει μήνυση εναντίον της εταιρείας για μη τήρηση των συμφωνηθέντων, αξιώνοντας αποζημίωση 68 εκατ. δολαρίων (η απόφαση εκκρεμεί). Κέρδισε πάντως το δικαίωμα να απεμπλακεί από τους δεσμευτικούς όρους και να προωθήσει την ταινία του ανεξάρτητα και, έτσι, ενώ φαινόταν ότι θα μείνει στο συρτάρι, το «Μια βροχερή μέρα στη Νέα Υόρκη» ξεκίνησε να προβάλλεται σε αρκετές χώρες του κόσμου, μεταξύ των οποίων και η δική μας – όχι, πάντως, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΕΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΡΑΜΑ

Τα γεγονότα του 1992 είναι γνωστά, ωστόσο η ιστορία είναι πολύπλοκη και οι λεπτομέρειές της έχουν το πιθανότερο ξεχαστεί. Η Μία Φάροου και ο Γούντι Άλεν διατηρούσαν πολυετή σχέση και, χωρίς να έχουν παντρευτεί ή να ζουν στο ίδιο σπίτι, είχαν κάνει μαζί ένα παιδί, τον Ρόναν, και είχαν υιοθετήσει δύο ακόμα, την Ντίλαν και τον Μόουσες. Τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς η Φάροου βρήκε στο σπίτι του Άλεν στο Μανχάταν κάποιες γυμνές φωτογραφίες της Σουν-Γι Πρεβίν και συνειδητοποίησε ότι ο σύντροφός της είχε ερωτικές σχέσεις με τη θετή της κόρη από τον προηγούμενό της γάμο. Η κοπέλα ήταν τότε ενήλικη (22 ετών), οπότε ο δεσμός της με τον Άλεν δεν ήταν νομικά επιλήψιμος και κατά δήλωση της Σουν-Γι, η οποία παραμένει έως σήμερα παντρεμένη μαζί του, ο Άλεν δεν είχε ποτέ κάποιον πατρικό ρόλο προς αυτήν. Ήταν ωστόσο μια σχέση ηθικά αμφιλεγόμενη, που σόκαρε την κοινή γνώμη και, απόλυτα φυσιολογικά, εξόργισε τη Φάροου. Μερικούς μήνες αργότερα, στις 4 Αυγούστου, ο Άλεν επισκέφτηκε το σπίτι της Φάροου στο Κονέκτικατ για να δει τα παιδιά του, που εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν με τις νταντάδες τους. Ήταν η μέρα που ο 57χρονος Άλεν υποτίθεται ότι κακοποίησε, ή όντως κακοποίησε, την επτάχρονη Ντίλαν.

neyrikos-erastis0
Oικογενειακή έξοδος το 1986: ο Άλεν με τη Φάροου, η οποία έχει στην αγκαλιά της την Ντίλαν. Μπροστά της βρίσκεται ο 8χρονος Μόουσες, ενώ βλέπουμε και δύο από τα παιδιά της Φάροου από τον προηγούμενο γάμο της, τον 12χρονο Φλέτσερ Πρεβίν (δίπλα στον Άλεν) και την 16χρονη Σουν-Γι (δεξιά). ©Time & Life Pictures / Getty Images / Ideal Image

Ακολούθησε εξονυχιστική έρευνα. Ποια ήταν η αλήθεια; Ήταν η Φάροου μια γυναίκα που ο πληγωμένος της εγωισμός την οδήγησε να κατευθύνει την κόρη της ώστε να πιστέψει ότι ο πατέρας της ήταν ένα τέρας ή ο Άλεν ήταν όντως ένα τέρας; Όλοι οι εμπλεκόμενοι ήταν φορτισμένοι συναισθηματικά. Είναι ενδεικτικό ότι τα δύο αγόρια, ο Ρόναν και ο Μόουσες, κράτησαν διαφορετική στάση. Οι καταθέσεις των νταντάδων ήταν αντικρουόμενες. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του ζευγαριού μοιράστηκαν. Ο παιδίατρος που εξέτασε την Ντίλαν, πάντως, δεν βρήκε κανένα ίχνος κακοποίησης και, τελικά, ελλείψει επαρκών στοιχείων, δεν ασκήθηκε καμία δίωξη.

Ο Άλεν επέστρεψε στη δουλειά, κέρδισε ένα ακόμα Όσκαρ (και προτάθηκε για άλλα πέντε), ένα Γκράμι και μια Χρυσή Σφαίρα, του απονεμήθηκε το σημαντικό Cecil B. DeMille για την προσφορά του στον κινηματογράφο, το Βραβείο της Ένωσης Αμερικανών Κριτικών για το σύνολο του έργου του και απέσπασε τις αντίστοιχες διακρίσεις από τη Βρετανική Ακαδημία και τα φεστιβάλ της Βενετίας και των Καννών. Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, μετά το 1992, μετά το σκάνδαλο που πήρε τεράστιες διαστάσεις και απασχόλησε τον Τύπο για μήνες. Τα μεγαλύτερα ονόματα του Χόλιγουντ πέρασαν από δίπλα του, δούλεψαν μαζί του και έβαλαν περήφανα στο βιογραφικό τους ότι είχαν παίξει για αυτόν.

Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ, ΟΙ ΕΜΜΟΝΕΣ ΤΟΥ

Τι άλλαξε έπειτα από δυόμισι δεκαετίες; Στην υπόθεση, τίποτα. Άλλαξε όμως ο κόσμος. Το 1992 δεν υπήρχε το κίνημα του #MeToo. «Την αλήθεια είναι δύσκολο να την αρνηθείς, αλλά εύκολο να την αγνοήσεις», έγραψε η Ντίλαν Φάροου σε περυσινή της επιστολή στους Los Angeles Times. «Δεν είναι η δύναμη που επιτρέπει στους άντρες που κατηγορούνται για σεξουαλική κακοποίηση να διατηρούν τις καριέρες και τα μυστικά τους. Είναι η συλλογική μας επιλογή να βλέπουμε τις απλές καταστάσεις ως σύνθετες και τα προφανή συμπεράσματα ως ζητήματα για τα οποία “ποιος μπορεί να ξέρει;” Το σύστημα δούλεψε για τον Χάρβεϊ Γουάινσταϊν για δεκαετίες. Δουλεύει ακόμα για τον Γούντι Άλεν».

Οι δημόσιες τοποθετήσεις της 34χρονης σήμερα Ντίλαν και αυτές του αδερφού της Ρόναν (ο οποίος, εν τω μεταξύ, πρωτοστάτησε στην αποκάλυψη του σκανδάλου Γουάινσταϊν) επανέφεραν την τελευταία διετία την υπόθεση στην επικαιρότητα, δημιουργώντας ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα: είτε καταστρέφουμε την υπόληψη ενός ανθρώπου που έχει αθωωθεί από τη δικαιοσύνη, είτε αγνοούμε τις κραυγές μιας γυναίκας που ως παιδί κακοποιήθηκε από τον πατέρα της και ζει έκτοτε με το στίγμα ότι κανείς δεν την πίστεψε. Στο Χόλιγουντ της εποχής του #MeToo δεν υπάρχει επί της ουσίας κανένα ερώτημα. Υπήρχαν κάποιοι που τον υποστήριξαν δημόσια (όπως η «ισόβια» φίλη του Νταϊάν Κίτον), αλλά οι περισσότεροι του γύρισαν την πλάτη. Ακόμα και αυτοί που είχαν μόλις ολοκληρώσει τα γυρίσματα μαζί του, όπως ο Σαλαμέ ή η Ρεμπέκα Χολ, αλλά και παλαιότεροι συνεργάτες του, όπως η Έλεν Πέιτζ, η Γκρέτα Γκέργουιγκ, η Ρέιτσελ Μπρόσναν, ο Κόλιν Φερθ. Ήταν υποχρέωσή τους να αποκηρύξουν τον Άλεν; Ήταν θέμα αρχής; Ή αυτή είναι η νέα πολιτική ορθότητα στο Χόλιγουντ;

neyrikos-erastis1
Κλασική σκηνή από το «Μανχάταν», όπου ο Άλεν υποδύεται έναν άνδρα που ερωτεύεται τη 17χρονη Μαριέλ Χέμινγουεϊ. © AFP/visualhellas.gr

Εκτός από τους ηθοποιούς, πάντως, μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι η κοινή γνώμη έχει στραφεί εναντίον του. Είναι πολλοί περισσότεροι όσοι πιστεύουν τις κατηγορίες της Ντίλαν, και μάλιστα, κάτι που είναι μάλλον περίεργο, είναι αρκετοί αυτοί που χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για την ενοχή του το ίδιο του το έργο. Μπορεί, για παράδειγμα, να θεωρηθεί το «Μανχάταν» (1979) προϊόν διαταραγμένης σκέψης; Είναι κατακριτέο το γεγονός ότι σκηνοθέτησε τη σχέση ενός 42χρονου άνδρα (τον οποίο ερμήνευσε ο ίδιος) και μιας 17χρονης μαθήτριας (Μαριέλ Χέμινγουεϊ); Στις περισσότερες ταινίες του υπάρχει ένας άνδρας που ερωτεύεται μια νεότερη γυναίκα, και σχεδόν σε όλες υπάρχουν σαρκαστικά σχόλια σχετικά με το πώς το ανδρικό μυαλό περιστρέφεται γύρω απ’ το σεξ. «Δεν ξέρω την ερώτηση, αλλά το σεξ είναι σίγουρα η απάντηση», λέει κάπου, ενώ σε ένα από τα διηγήματά του, «Η Απολογία μου», περιγράφει πόσο ταυτίζεται με τον Σωκράτη, «όχι μόνο επειδή υπήρξε έξοχος διανοητής, αφού είναι γνωστό ότι έχω μερικές αρκετά έντονες ενοράσεις κι εγώ, αν και οι δικές μου περιστρέφονται συνεχώς γύρω από μια Σουηδέζα αεροσυνοδό και κάτι χειροπέδες». Δεν είναι κανένα μεγάλο μυστικό. Ως δημιουργός ο Γούντι Άλεν ψάχνει εδώ και μισό αιώνα το τέλειο αστείο γύρω από το σεξ. Μπορεί να τον απασχολεί και ως άνθρωπο. Τον καθιστά αυτό ικανό για να κακοποιήσει ένα παιδί;

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ;

Σε ένα κείμενό του στους «New York Times» ο γνωστός σινεκριτικός Α.Ο. Σκοτ έγραψε ότι «η αθωότητα και η ενοχή είναι νομικές (και μεταφυσικές) αξίες, αλλά, όταν μιλάμε για τη συμπεριφορά των καλλιτεχνών και τα αισθήματά μας για αυτούς, αναπόφευκτα αντιμετωπίζουμε πιο μπερδεμένες, πιο θολές, πιο υποκειμενικές παραμέτρους». Έτσι, όσο επιπόλαια μπορεί κανείς να κατηγορήσει τον Άλεν, επηρεασμένος από το κλίμα της εποχής ή ακόμα και από τη θεματολογία του έργου του, άλλο τόσο αφελές είναι να τον αθωώσει επειδή αγαπά τις ταινίες του – όταν έχεις περάσει χρόνια διασκεδάζοντας, από τον «Νευρικό Εραστή» μέχρι το «Match Point», είναι λογικό να προτιμάς να μην τον φαντάζεσαι να κακοποιεί ένα κορίτσι. Υπάρχουν διαδικτυακές καμπάνιες από θαυμαστές του, όπως η σελίδα ibelievewoddy.com («πιστεύω τον Γούντι»), όπου διατίθενται συγκεντρωμένα όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που υποστηρίζουν την αθωότητά του.

Ο Άλεν μπορεί να είναι ένοχος. Φυσικά και μπορεί. Ότι δεν βρέθηκαν στοιχεία εναντίον δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που ένας άνθρωπος αθωώνεται λανθασμένα. Ούτε η πρώτη φορά που κατηγορείται κάποιος αδίκως. Το ζήτημα αυτήν τη στιγμή, για όλους εμάς τους μη εμπλεκόμενους άμεσα, για τους θεατές, είναι πια εντελώς προσωπικό. Όποιος θέλει τον πιστεύει, όποιος θέλει δεν τον πιστεύει και όποιος θέλει μπορεί να μην τον πιστεύει αλλά να εξακολουθεί να πηγαίνει να βλέπει τις ταινίες του. Έτσι κι αλλιώς, ο 83χρονος Γούντι Άλεν δεν προτίθεται να σταματήσει. Έχει ήδη βρει νέα στέγη και χρηματοδότηση στην Ισπανία, όπου γυρίζει την επόμενη ταινία του, με ένα διεθνές καστ που προτίμησε να τον πιστέψει. Ή να αγνοήσει τα πάντα.

neyrikos-erastis2

neyrikos-erastis3
Σκηνές από την ταινία «Mια βροχερή μέρα στη Νέα Υόρκη», που προβάλλεται αυτές τις μέρες στην Ελλάδα σε διανομή της Odeon.

Όσο για τo «Mια βροχερή μέρα στη Νέα Υόρκη», την υπ’ αριθμόν 50 ταινία του Γούντι Άλεν, παρακολουθούμε την ιστορία ενός ζευγαριού φοιτητών (Σαλαμέ, Ελ Φάνινγκ), που περνούν, όπως ακριβώς λέει ο τίτλος, μια βροχερή μέρα στην αμερικανική μητρόπολη, σκαστοί από τις ζωές και τις επιθυμίες τους, επιπόλαιοι και αστείοι μπροστά στις απεριόριστες δυνατότητες της νεότητάς τους. Η ταινία έχει καλή ροή και τους κλασικούς κοφτερούς γουντιαλενικούς διαλόγους, και ίσως είναι η καλύτερη δουλειά του μετά τη «Θλιμμένη Τζάσμιν» (2013). Είναι άγνωστο αν, ειδικά με τα ισχύοντα δεδομένα, θα μπορέσει να ξαναφτιάξει μια πραγματικά σπουδαία ταινία, αλλά μέχρι τότε όσοι επιλέγουν να τον παρακολουθούν ακόμα μπορούν να είναι βέβαιοι ότι τους περιμένει πάντα ένα διασκεδαστικό δίωρο.