ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

H καραντίνα αλλού

img_2647

Ιταλία, Ισπανία, Αγγλία, Γερμανία, Τουρκία, Σιγκαπούρη, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Έλληνες του εξωτερικού μεταφέρουν την εμπειρία τους από επτά διαφορετικά μέτωπα της πανδημίας.

Θοδωρής Γρηγοράτος*
(Βαρέζε, Ιταλία)

«Πιστέψαμε ότι οι Ιταλοί θα διαχειριστούν την κρίση καλύτερα από μας»

h-karantina-alloy0

Ήταν βράδυ Σαββάτου, στις 7 Μαρτίου, όταν ανακοινώθηκαν οι πρώτοι περιορισμοί σε εθνικό επίπεδο. Μέχρι τότε είχαν επιβληθεί περιορισμοί μόνο σπασμωδικά και σε τοπικό επίπεδο, αν και οι νεκροί είχαν ξεπεράσει τους 100. Εγώ ήμουν ήδη δέκα μέρες σε καθεστώς τηλεργασίας, μια και λόγω της δύο μηνών κόρης μας ήθελα να αποφύγω περιττά ρίσκα. Δεν θα χαρακτήριζα τα μέτρα ιδιαίτερα αυστηρά, σε κάθε περίπτωση όμως ήταν πρωτόγνωρα. Πήρα μια καλή γεύση μόλις την τρίτη μέρα, όταν και ταξίδεψα στο ελληνικό προξενείο στο Μιλάνο για μια προσωπική υπόθεση. Η πόλη ήταν άδεια, αλλά κάποια μαγαζιά, καφέ και μπαρ ήταν ακόμη ανοιχτά. Υπήρχε έλεγχος στον σταθμό των τρένων, αλλά όχι ιδιαίτερα αυστηρός, μια και με μια απλή υπεύθυνη δήλωση μπορούσες να «ξεφύγεις». Γενικά κυριαρχούσε η αίσθηση ότι κάτι περίεργο συμβαίνει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι έρχεται.

Οι πρώτες εβδομάδες πέρασαν αρκετά χαλαρά. Η αρχική σκέψη να φύγουμε για Ελλάδα εγκαταλείφθηκε αμέσως, διότι μας τρόμαζε η ιδέα να περάσουμε καραντίνα οπουδήποτε αλλού εκτός από το σπίτι μας. Επίσης, πιστέψαμε ότι οι Ιταλοί θα διαχειριστούν την κρίση καλύτερα από μας. Αποδείχθηκε ότι κάναμε λάθος. Η «ασφαλής» απόσταση από το μάτι του κυκλώνα, η επάρκεια σε τρόφιμα και άλλα είδη, η αρχική αίσθηση ότι είναι κάτι πολύ προσωρινό και, στην περίπτωσή μου, το skype με φίλους, η παραγγελία με τα κρασιά που έφτασε από Ελλάδα και η ευκαιρία να περάσω ουσιαστικό χρόνο με τη μικρή συντέλεσαν στην αρχική θετική αντιμετώπιση.

Η πρώτη απογοήτευση ήρθε προς τo τέλος του μήνα, όταν, παρά τη σαφή αυστηροποίηση των μέτρων, βλέπαμε τους αριθμούς να μην πέφτουν. Ακολούθησε μια εμπειρία ιδιαίτερα αποκαλυπτική σε μία από τις λιγοστές επισκέψεις μου στο σούπερ μάρκετ. Δεκάδες άτομα με μάσκες, αλλά χωρίς κάποιον εμφανή χωρικό περιορισμό, με αρκετούς να κάνουν ψώνια μιας δυο ημερών. Σύμφωνοι, για πολλούς από τους ντόπιους το σούπερ μάρκετ είναι η βόλτα της ημέρας, αλλά θα περίμενα κάτω από αυτές τις συνθήκες να προσαρμόσουν τις συνήθειές τους. Νόμιμο σαφώς, αλλά συνάμα εξοργιστικό.

Προφανώς και το παραπάνω δεν αποτελεί την κύρια αιτία για την κατάσταση που βιώνει η Ιταλία, αλλά είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται ακόμη και τώρα από πολλούς. Την οργή που προκάλεσε αυτή η συνειδητοποίηση έχει διαδεχθεί η κόπωση, αλλά και μια στωικότητα, αφού πλέον το μόνο που σκέφτομαι είναι να περάσει όλο αυτό και να έρθουμε στην Ελλάδα για διακοπές. Και να δουν επιτέλους οι δικοί μου τη μικρή.

* Ο Θοδωρής Γρηγοράτος είναι ερευνητής στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC)  της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.


Νίκη Παπανικολάου*
(Βόννη, Γερμανία)

«Ασφαλείς στη χώρα που μας φιλοξενεί, υπερήφανοι για τη δική μας χώρα»

h-karantina-alloy1

Στην περιοχή της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όπου βρίσκεται η Βόννη, τον Φεβρουάριο το μυαλό όλων ήταν στο καρναβάλι και η επιδημία έμοιαζε να μην αφορά κανέναν. Αν και ακούγεται απίθανο, οι Γερμανοί ετοιμάζονται γι’ αυτό από τον Νοέμβριο! Φυσικά, από τα μέσα του μήνα τα σούπερ μάρκετ είχαν αρχίσει σταδιακά να αδειάζουν από αντισηπτικά, χαρτί τουαλέτας, μακαρόνια, ρύζι, διαπιστώνοντας έτσι ότι οι Γερμανοί σε μερικά πράγματα δεν διαφέρουν από τον υπόλοιπο κόσμο. Τον Μάρτιο τα πάντα άλλαξαν. Το πολυπληθέστερο κρατίδιο της Γερμανίας είχε τα περισσότερα κρούσματα, ακριβώς λόγω του καρναβαλιού, αλλά και του ski break. Το σχολείο της κόρης μου ήταν το δεύτερο της περιοχής που έκλεισε. Αμέσως είκοσι μαθητές και οι γονείς τους μπήκαν σε καραντίνα. Πρέπει να ομολογήσω ότι πανικοβλήθηκα. Ήμασταν εδώ μόλις έξι μήνες, χωρίς να μιλάμε γερμανικά, με έναν χαλαρό κοινωνικό κύκλο, χωρίς γνωστούς γιατρούς και τη στήριξη της οικογένειάς μας.

Σύντομα όλη η περιοχή προχώρησε στο γνωστό πλέον lockdown. Η γερμανική νοοτροπία σεβασμού στους νόμους επικράτησε στο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού. Τότε συνειδητοποιήσαμε ότι η ήσυχη και μικρή Βόννη έχει τα πλεονεκτήματά της. Μπορείς να πας για τα απαραίτητα ψώνια εύκολα, χωρίς ουρές και συνωστισμό, ενώ το δάσος και το ποτάμι δεν είναι παρά 10 λεπτά με τα πόδια. Με έκπληξη είδα ότι πλέξιγκλας προστατευτικά τοποθετήθηκαν αμέσως στα μαγαζιά που έμειναν ανοιχτά. Ο ανθοπώλης της γειτονιάς μας αφήνει τα έτοιμα μπουκέτα έξω από το κατάστημά του, με τον τιμοκατάλογο και ένα κουτί για να αφήνεις τα χρήματα, το μικρό βιβλιοπωλείο κάνει delivery σε παζλ και βιβλία, χειρόγραφες πινακίδες που προσφέρουν βοήθεια σε όσους ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες εμφανίστηκαν παντού. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουμε για τους Γερμανούς, πριν από την πανδημία ο κόσμος σε χαιρετούσε στον δρόμο ακόμα και αν δεν σε γνώριζε. Τώρα τίποτα! Αυτό θα πει «social distancing»!

Το γενικό αίσθημα ήταν και παραμένει ήρεμο, χωρίς εξάρσεις, κάτι που νομίζω ότι πηγάζει από την εμπιστοσύνη στο κράτος, στο σύστημα υγείας και στο πώς θα κινηθεί το κοινωνικό σύνολο. Αυτή τη στιγμή περνάμε την έβδομη εβδομάδα στο σπίτι. Ευτυχώς η τεχνολογία μάς βοηθάει. Η νέα κανονικότητα είναι γεμάτη με εργασία από το σπίτι για τον σύζυγό μου και εμένα, εβδομαδιαίες συναντήσεις της χορωδίας μέσω Zoom, με τα online μαθήματα γερμανικών μου, σχολείο με distant learning για την κόρη μας, με σαββατόβραδα να πίνουμε κρασί virtually με δυο τρία ζευγάρια από όλο τον κόσμο, με πολύ γέλιο και αλλεπάλληλα μηνύματα μεταξύ φίλων και συγγενών, με γενέθλια, φιλιά στον αέρα, αλλά όχι αγκαλιές. Πέρα από τη ρουτίνα που ακολουθεί όλος ο πλανήτης, έχουμε την πολυτέλεια για καθημερινό περπάτημα ή βόλτα με ποδήλατο δίπλα στον Ρήνο, απολαμβάνοντας μια υπέροχη άνοιξη, την οποία κάτω από «κανονικές» συνθήκες θα παρατηρούσαμε μάλλον φευγαλέα.

Έχουμε εκτιμήσει τη νηφαλιότητα των Γερμανών και το καλά «προετοιμασμένο» κράτος, είμαστε ευγνώμονες για την υγεία των συγγενών μας και των φίλων και αισθανόμαστε υπερηφάνεια για τους χειρισμούς στην Ελλάδα και την ανταπόκριση του κόσμου. Πριν από μία εβδομάδα, καθώς κάναμε βόλτα στον Ρήνο με την κόρη μου, τη ρώτησα τι δώρο θέλει για τα 13α γενέθλιά της. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε: «Να κάνουμε καλοκαίρι στην Ελλάδα». Μακάρι να ήταν κάτι που θα μπορούσα να της το υποσχεθώ από τώρα…

* Η Νίκη Παπανικολάου είναι υπεύθυνη επικοινωνίας των καταστημάτων i-D Concept Stores.


Ζήσιμος Α. Χαρμπαλής*
(Βαρκελώνη, Ισπανία)

«Νιώθουμε αισιοδοξία βλέποντας τον αριθμό των νέων περιστατικών να πέφτει καθημερινά»

h-karantina-alloy2

Οι δρόμοι της Βαρκελώνης, άλλοτε γεμάτοι ζωή, τώρα πια είναι άδειοι, ακούγονται μόνο ασθενοφόρα και τα λίγα αυτοκίνητα όσων συνεχίζουν να εργάζονται εκτός σπιτιού. Είναι μια σιωπή που ειδικά τις πρώτες βραδινές ώρες προκαλεί άβολα συναισθήματα.

Ο κόσμος συνεχίζει να υπακούει ευλαβικά στα μέτρα της απομόνωσης και της αποστασιοποίησης, χωρίς να παραπονιέται, υπάρχει κοινωνική συνείδηση και πιστεύουν στη σημασία των μέτρων.
Έχω την τύχη να εργάζομαι ακόμα εκτός σπιτιού (είμαι γιατρός στα επείγοντα σε δημόσιο νοσοκομείο και υπεύθυνος κλινικής COVID), οπότε βγαίνω από το σπίτι καθημερινά. Ο χρόνος περνάει γρήγορα για μας, καθώς βρισκόμαστε συνεχώς σε εγρήγορση. Νιώθουμε αισιοδοξία βλέποντας τον αριθμό των νέων περιστατικών να πέφτει καθημερινά (η πτώση της λεγόμενης επιδημιολογικής καμπύλης), το οποίο σημαίνει ότι τα μέτρα που στοιχίζουν ψυχολογικά και οικονομικά στην κοινωνία λειτουργούν.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ο φόβος ότι με τη χαλάρωση των μέτρων μπορεί να εμφανιστεί ένα νέο κύμα και είμαστε ήδη σε ετοιμότητα.

Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που κανείς δεν έχει ζήσει, αλλά ταυτόχρονα είναι ευκαιρία για συλλογισμό και αναστοχασμό. Θεωρώ πως με αυτή την αφορμή θα επανεξετάσουμε πολλές προτεραιότητες για τη ζωή μας.

* Ο Ζήσιμος Α. Χαρμπαλής είναι γιατρός.


Αγγέλα Βασιλάτου*
(Κωνσταντινούπολη, Τουρκία)

«Μου λείπει η ζωή μου, αλλά όλα θα πάνε καλά»

h-karantina-alloy3

Όταν πριν από έξι χρόνια ήρθα για να μείνω στην Κωνσταντινούπολη, ούτε που είχα φανταστεί ότι θα ερχόταν η μέρα που θα «εγκλωβιζόμουν» εδώ. Και ήρθε η εποχή του κορονοϊού. Και σε μία στιγμή άλλαξε ο κόσμος όλος.

Βρίσκομαι λοιπόν κλεισμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα χωρίς μπαλκόνι –δεν μου χρειαζόταν, τα καλοκαίρια τα περνάω στα μπαλκόνια της Ελλάδας– προσπαθώντας να διαχειριστώ τη νέα κατάσταση. Η γειτονιά μου, το Μόδι, μία από τις ωραιότερες της Πόλης, έσφυζε από ζωή. Είναι τόσο θλιβερό να περπατάς τώρα στους έρημους δρόμους –όταν δεν υπάρχει καθολική απαγόρευση κυκλοφορίας– και να βλέπεις σχεδόν παντού κατεβασμένα ρολά. Το ίδιο και στην υπαίθρια αγορά. Λιγοστοί οι πάγκοι, λιγοστοί και οι πελάτες. Εκεί που σε ξεκούφαιναν οι φωνές αυτών που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, τώρα επικρατεί μια «πηχτή» σιωπή. Δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια μου… Μουλιάζει και η μάσκα, και οι δωρεάν μάσκες που θα μας προμηθεύσει το κράτος, αλλά που δεν έχουν έρθει ακόμη.

Λέμε «günaydın» (καλημέρα) με τους γείτονες τα πρωινά, ανοίγοντας τα παράθυρα, και iyi akşamlar (καλησπέρα) το βράδυ, όταν χειροκροτάμε για να δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας στους λειτουργούς υγείας. Ρωτάμε με αγωνία πώς είμαστε και αν είχαμε νέα από τον γείτονα που είδαμε τις προάλλες να φεύγει με ασθενοφόρο. Καμιά φορά ρωτάμε ο ένας τον άλλο, στην πραγματικότητα όμως στον εαυτό μας απευθυνόμαστε: «Πότε θα τελειώσει όλο αυτό;». Και ήταν τόσο συγκινητικό την Κυριακή του Πάσχα, που η ηλικιωμένη κυρία από τον πρώτο όροφο της απέναντι πολυκατοικίας μού είπε στα τουρκικά: «Γιορτάζεις το Πάσχα σήμερα, σωστά; Χρόνια Πολλά!». Και βγήκε στο παράθυρο και το ζευγάρι από τον τέταρτο, που ακούν ελληνική μουσική και αγαπούν πολύ την Ελλάδα, και μου είπαν στα ελληνικά: «Καλό Πάσχα, Καλή Ανάσταση!».

Τα πρωινά βάζω δυνατά μουσική για κανένα δεκάλεπτο και χορεύω. Τα βράδια μιλάω μέσω βιντεοκλήσεων με φίλους και την οικογένεια ανά τον κόσμο. Πότε αστεία, πότε σοβαρά συζητάμε γι’ αυτό που αντιμετωπίζουμε, πότε με νοσταλγία ξεδιπλώνουμε αναμνήσεις και συναισθήματα, πότε μελαγχολούμε για την αβεβαιότητα του μέλλοντός μας. Βάλσαμο η αγάπη, η οικογένεια, η φιλία – σαν μεγάλη αγκαλιά. Μου λείπουν οι άνθρωποί μου, οι αγκαλιές, τα όνειρα, η ελευθερία μου, οι αληθινές κουβέντες, τα γέλια, οι βόλτες, τα σχέδια, ο ήλιος, η ρουτίνα μου, που δεν ήταν αυτονόητη και δεδομένη, τα χαμόγελα που χάθηκαν πίσω από χειρουργικές μάσκες και το άγγιγμα που κρύφτηκε μέσα σε πλαστικά γάντια… Μου λείπει η ζωή μου… Και όταν «πνίγομαι», κοιτάζω από το παράθυρό μου και βλέπω στο βάθος ένα κομμάτι από τον Βόσπορο και τους μιναρέδες από το Μπλε Τζαμί και παίρνω βαθιές ανάσες… και ελπίδα… και αισιοδοξία: όλα θα πάνε καλά!

* Η Αγγέλα Βασιλάτου είναι συνταξιούχος τραπεζικός.


Κλαίρη Ξενοφώντος*
(Ντουμπάι, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα)

«Η ομπρέλα που δεν αγόρασα ποτέ…»

h-karantina-alloy4

Είχα κλείσει από τον Ιανουάριο το γνωστό μου εισιτήριο για το γνωστό συνέδριο στην Ολλανδία, υπολογίζοντας οπωσδήποτε ένα Σαββατοκύριακο στην Ελλάδα μας για τα μέσα Μαρτίου. Θα έβλεπα για πρώτη φορά τη μητέρα μου ως γιαγιά και θα γνώριζα τον ανιψιό μου. Δεν ξέρω αν είμαι τυχερή που εργάζομαι σε μεγάλη πολυεθνική εταιρεία, όπου από την 1η Μαρτίου μάς ενημέρωσαν ότι μας ακυρώνουν όλα τα ταξίδια για τους επόμενους δύο μήνες και ξεκινάμε να δουλεύουμε από το σπίτι υποχρεωτικά. Ο Μάρτιος πέρασε μάλλον εύκολα. Μπορούσαμε να πάμε το Σαββατοκύριακο στην παραλία· πάντα τηρώντας τις αποστάσεις. Τα κρούσματα ήταν λίγα. Είχαν κλείσει μόνο τα σχολεία, οι πισίνες και τα γυμναστήρια. Ξαφνικά, στα μέσα του μήνα –και ενώ τα κρούσματα παρέμεναν σε χαμηλά επίπεδα– κλείνουν όλες οι παραλίες, όλα τα καταστήματα, όλα τα εστιατόρια, όλα τα μπαρ. Μόλις είχα μετακομίσει σε ένα ηλιόλουστο μπαλκόνι και νόμιζα ότι είχα προλάβει να αγοράσω και μια ομπρέλα για να αξιοποιήσω την περισσότερη ώρα που θα περνούσα στο σπίτι. Η ομπρέλα δεν ήρθε ποτέ, γιατί έπρεπε να εξυπηρετηθούν προηγούμενες παραγγελίες. Ευτυχώς οι φίλες μου έχουν ομπρέλα στον κήπο τους, όπου πήγαινα επίσκεψη τα Σαββατοκύριακα. Πάντα επέστρεφα σπίτι πριν από τις οκτώ το βράδυ, την ώρα που ξεκινούσε η απολύμανση στους δρόμους. Ύστερα από εκείνη την ώρα αν κυκλοφορούσες, είχε πρόστιμο. Και παντού κάμερες στους δρόμους, το καταλάβαινες από τα φλας.

Μπήκε κουτσά στραβά ο Απρίλιος και οι τηλεδιασκέψεις με τα κεντρικά γραφεία στην Ολλανδία συνεχίστηκαν σε αφθονία. Εργάζομαι σε εταιρεία αθλητικών ειδών, οπότε ανά δύο ημέρες έχουμε γυμναστική είκοσι άτομα για μία ώρα, όλοι μαζί μέσω υπολογιστή. Ποτέ δεν είναι ολόκληρη η ώρα, όλο και κάποιο παιδάκι περνάει από μπροστά σου στην οθόνη, πατάει κουμπιά και κόβεται η γιόγκα στα μισά. Ξανακάνω μια προσπάθεια να αγοράσω ομπρέλα για το μπαλκόνι μου από γνωστό πολυκατάστημα. Δεν είχα υπολογίσει όμως ότι από τις 4 Απριλίου θα απαγορευόταν κάθε είδους κυκλοφορία. Μπορεί μόνο ένα άτομο να πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ και αφού πρώτα έχει δηλώσει όνομα, διεύθυνση, πινακίδα αυτοκινήτου, όνομα και διεύθυνση του σούπερ μάρκετ, πόσες ώρες θα κάνει, και να του έρθει η άδεια από την αστυνομία σε μήνυμα στο κινητό. Επίσης, η μάσκα και τα γάντια έγιναν υποχρεωτικά. «Θεέ μου, δεν έχω γάντια…» Δεν με άφησαν να μπω στο σούπερ μάρκετ, έβγαλα ξανά άδεια για την επομένη και πήγα φορώντας τα γάντια του σκι… Γελούσε ο κύριος στην είσοδο, καθώς μου έπαιρνε τη θερμοκρασία μου. Τις φίλες μου πλέον τις βλέπω στο σούπερ μάρκετ. Είμαστε όλες μόνες μας εδώ και ανταλλάσσουμε προϊόντα όταν βρισκόμαστε. Δίνω γάντια (αφού κατάφερα να βρω πακέτο των 100) και παίρνω για αντάλλαγμα ένα τσουρέκι.

Εννοείται ότι έλαβα ειδοποίηση από το πολυκατάστημα ότι η παραγγελία της ομπρέλας θα καθυστερήσει. Κατάφερα, ωστόσο, να στηρίξω με ταινία στα κάγκελα του μπαλκονιού την ομπρέλα που είχα για την παραλία. Όταν φυσάει, τη βγάζω και μετά την τοποθετώ ξανά – σε δουλειά να βρισκόμαστε. Τα μέτρα έγιναν ακόμα πιο αυστηρά εδώ και λίγες ημέρες. Τώρα πρέπει να περάσουν τρεις ημέρες για να ξαναπάς σούπερ μάρκετ. Αλλιώς δεν σου δίνουν άδεια. Μας επιτρέπουν όμως κάποιες εφαρμογές και έκανα πάρτι-έκπληξη στον αδελφό μου στη Μαδρίτη. Μέχρι και η μητέρα μας στην Αθήνα κατάφερε να κατεβάσει το Ζoom στο κινητό της. Είχε βάλει και κόκκινο κραγιόν για να μας ευχηθεί σε όλους «χρόνια πολλά και καλή μας αντάμωση». Πλέον οι ευχές έχουν την ίδια κατάληξη: «καλή λευτεριά». Δεν ξέρω πότε θα καταφέρω να ταξιδέψω πάλι, αλλά εύχομαι, μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή, να έχω τουλάχιστον μια ομπρέλα της προκοπής στο μπαλκόνι μου.

* Η Κλαίρη Ξενοφώντος είναι αρχιτέκτονας.


Πόπη Κυριακοπούλου*
(Λονδίνο, Μεγάλη Βρετανία)

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα Λονδίνο που έσφυζε από ζωή»

h-karantina-alloy5

Άνοιξη 2020. Λονδίνο. Θα περίμενα και θα ευχόμουν να μας απασχολούν η έκβαση των συνομιλιών για την ολοκλήρωση του Brexit, η νέα κυβέρνηση που εξελέγη πρόσφατα, η οργάνωση των καλοκαιρινών διακοπών. Και όμως. Η άνοιξη αυτή είναι διαφορετική.

Δευτέρα 16 Μαρτίου, ειδοποίηση από το πανεπιστήμιο ότι μέχρι το τέλος του τριμήνου τα μαθήματα θα γίνονται διαδικτυακά. Λίγες μέρες αργότερα, αποφασίζεται ότι το καλοκαιρινό τρίμηνο δεν θα πραγματοποιηθεί και πιθανόν ούτε το φθινοπωρινό. Ανάλογες αποφάσεις και από το Πανεπιστήμιο της Λιλ. Από εκείνη τη Δευτέρα διδάσκω από το σπίτι. Διαδικτυακές συναντήσεις με συναδέλφους για το μέλλον των μαθημάτων και των εξετάσεων. Αλλαγή σχεδίων. Νέες συζητήσεις. Μία εβδομάδα αργότερα ξεκινά και ο σύζυγός μου να εργάζεται από το σπίτι. Ακύρωση των επαγγελματικών ταξιδιών για εκείνον. Τέλος οι καθημερινές μετακινήσεις με το τρένο, τέλος τα εβδομαδιαία ταξίδια στη Γαλλία με το Eurostar για μένα. Επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ για τα απαραίτητα τρόφιμα, περπάτημα στη γειτονιά, σύντομη βόλτα στο πάρκο, επιστροφή στο σπίτι. Η γειτονιά έχει ηλικιωμένους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Έχουμε αναλάβει να ψωνίζουμε τρόφιμα και φάρμακα για δύο τέτοιες οικογένειες. Δεν αποτελούμε εξαίρεση – έτσι κάνουν πολλοί.

Ένας Απρίλιος μαγικός. Τα λουλούδια ανθισμένα, οι κήποι μοσχοβολούν. Οι περισσότεροι μέσα στα σπίτια, οι εξορμήσεις σύντομες. Ο ταχυδρόμος, ο οδοκαθαριστής, ο διανομέας εμπορευμάτων καθημερινές παρουσίες. Στον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς η κίνηση πυκνότερη.

Κάθε Πέμπτη στις οκτώ το βράδυ, όλη η γειτονιά στον δρόμο χειροκροτεί συμβολικά τους γιατρούς και τους νοσηλευτές του εθνικού συστήματος υγείας.Τακτική ενημέρωση για την πανδημία, τα κυβερνητικά μέτρα, τα σχέδια επαναφοράς στην πρότερη πραγματικότητα. Καθημερινή επικοινωνία με την οικογένεια στην Ελλάδα. Γυμναστική. Σκέψεις για το αύριο. Ανησυχία. Πότε αισιοδοξία, πότε απαισιοδοξία. Αλλά πάνω από όλα ανυπομονησία· για επιστροφή σε μια πραγματικότητα ζωντανή, ασφαλή κι ελεύθερη, με υγεία, όνειρα, ανταμώματα. Άνοιξη 2020. Λονδίνο. Μια άνοιξη κατ’ όνομα. Μια άνοιξη «κλειστή».

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα Λονδίνο που έσφυζε από ζωή, με πλήθη στους δρόμους, τρένα να αναχωρούν από τους σταθμούς και αεροπλάνα να σχίζουν τον ουρανό με προορισμό όλο τον κόσμο. Μου λείπει. Εύχομαι να επιστρέψει σύντομα.

* H Καλλιόπη Κυριακοπούλου είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων στο βρετανικό παράρτημα του Queen’s University (Καναδάς) και στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λιλ (Γαλλία).


Χριστίνα Καγιάφα-Σμιθ* 
(Σιγκαπούρη)

«Αν δεν φοράς μάσκα, πληρώνεις πρόστιμο 300 δολάρια»

h-karantina-alloy6

Η Σιγκαπούρη χαρακτηρίζεται πρωτοπόρο μοντέλο αντιμετώπισης της πανδημίας διεθνώς. Τα πρώτα κρούσματα εδώ ήρθαν αμέσως μετά τις διακοπές της κινεζικής Πρωτοχρονιάς (23 Ιανουαρίου). Τότε η επιδημία δεν ήταν πανδημία και δεν είχε καν ακόμα όνομα. Μόνο λίγες μέρες μετά άρχισαν να παίρνουν θερμοκρασία όπου και να πήγαινες. Από τράπεζα μέχρι σούπερ μάρκετ. Στο κτίριο της δουλειάς μου, κάθε μέρα μάς έπαιρναν τη θερμοκρασία.

Η κυβέρνηση άρχισε να στέλνει μηνύματα στα κινητά μας, να ενημερώνει τι προφυλάξεις πρέπει να πάρουμε. Οι αρχές ήταν σε θέση να συνθέσουν τις αλυσίδες μετάδοσης μέσα σε μία ημέρα μόνο. Έτσι έβρισκαν αμέσως τις εστίες μετάδοσης του ιού. Με τέτοια πυκνότητα πληθυσμού όσο της Σιγκαπούρης, ήταν λογικό να ενεργοποιηθούν τόσο γρήγορα, γιατί, αν κάτι εξαπλωνόταν, θα εξαπλωνόταν βίαια. Ο στρατός και η αστυνομία από την αρχή βοήθησαν στην ιχνηλάτηση κρουσμάτων (contact tracing). Κάτι που μόνο εδώ θα μπορούσε να γίνει, μια και έχουμε πολύ χαμηλή εγκληματικότητα, οπότε μπορούν να εστιάσουν εκεί. Η ιχνηλάτηση εδώ είναι απίστευτη: κάθε φορά που επιβεβαιώνουν ένα κρούσμα, μέσα σε δύο ώρες έχουν ολόκληρη την αλυσίδα.

Εδώ τα κρούσματα ήταν για πολλές εβδομάδες σε χαμηλά επίπεδα και έτσι η ζωή μας δεν ήταν περιορισμένη. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι οι Σιγκαπουριανοί έχουν εμπειρία από τον ιό SARS του 2002-3. Οι πολίτες ήξεραν από την αρχή τη σημασία της προσωπικής ευθύνης και υπάκουσαν αμέσως στις οδηγίες. Ο πρωθυπουργός, Lee Hsien Loong, έχει μια αμεσότητα όταν μιλάει στον πληθυσμό, διαφάνεια και λογική. Όταν βγαίνει στην τηλεόραση, με τα συνηθισμένα του ροζ πουκάμισα, περνάει μια πραότητα και σύμπνοια στον κόσμο.

Οι κάτοικοι εδώ είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένοι με την τεχνολογία, ακόμα και οι ηλικιωμένοι, οπότε τα μηνύματα από την κυβέρνηση ήταν εύκολο να περαστούν σε όλα τα νοικοκυριά. Από τα μέσα Μαρτίου και μετά, άρχισαν να φτάνουν Σιγκαπουριανοί που ζούσαν εκτός, με αποτέλεσμα να έχουμε εισαγόμενα κρούσματα. Τώρα έχουμε ένα πιο ήπιο lockdown. Μπορούμε να βγαίνουμε για σούπερ μάρκετ και φαρμακείο, ακόμα και στο πάρκο για άσκηση. Πάντα όμως με μάσκα. Το οποίο εδώ έχει πρόστιμο 300 δολάρια. Έχουμε distance ambassadors (πρεσβευτές κοινωνικής αποστασιοποίησης), που κόβουν πρόστιμο, και η κυβέρνηση πρόσθεσε στη σχετική εφαρμογή μια λειτουργία στην οποία μπορείς να αναφέρεις πολίτες που δεν ακολουθούν τους κανόνες. Πριν από την πανδημία μπορούσες να το κάνεις για κάποιον που παράτησε ένα καροτσάκι του σούπερ μάρκετ στον δρόμο ή για πινακίδες που είναι χαλασμένες.

Τώρα έχεις μια επιλογή να αναφέρεις με φωτογραφίες κάποιον που δεν φοράει μάσκα. Γενικά πάντως, νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια εδώ παρά στην Ευρώπη. Ακόμα και τώρα που έχουμε το τρίτο κύμα του ιού, με τα κρούσματα στους κοιτώνες όπου μένουν οι εργάτες του κατασκευαστικού τομέα, ο ιός είναι 100 φορές λιγότερο θανατηφόρος σε σχέση με τη Βρετανία, για παράδειγμα. Γενικά ο κόσμος το αντιμετωπίζει με ελπίδα και συχνά ακούς τραγούδια στην τηλεόραση από γνωστούς καλλιτέχνες, που τα έχουν γράψει για να ενθαρρύνουν τον κόσμο. Φαίνεται ότι το καταφέρνουν.

* Η Χριστίνα Καγιάφα-Σμιθ είναι εκπαιδευτικός σε διεθνές σχολείο, στο πρόγραμμα IB.