ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Πιο όμορφα κι από όνειρο

Είναι πρωί Κυριακής, ώρα 11.15. Στρίβω, όπως πάντα, την Ιερά Οδό στο ύψος της Ταινιοθήκης κι ετοιμάζομαι να βρω το αγαπημένο μου καφέ λίγα τετράγωνα πιο μέσα. Περπατάω βιαστικά, καθώς έχω αργήσει λιγάκι: τέτοια ώρα κάθε, μα κάθε Κυριακή, ανεξαρτήτως του τι ώρα κοιμήθηκα το σαββατόβραδο και πότε σηκώθηκα το πρωί, έχω ήδη διασχίσει το κέντρο της πόλης και, εφοδιασμένος πάντοτε με εφημερίδες και τσιγάρα, έχω ήδη πάρει τη θέση μου ως ο πρώτος πελάτης που θα παραγγείλει διπλό εσπρέσο. Γιατί φυσικά στο καφέ όπου συχνάζω έχω κι εγώ, όπως όλοι οι θαμώνες, μια συγκεκριμένη θέση, το σκαμπό δεξιά δεξιά στο μπαρ, όπου σκαρφαλώνω και κάθομαι πάνω στις φτέρνες μου λες και κάνω γιόγκα.

Αυτή τη φορά όμως καθυστέρησα, και φοβάμαι μήπως κάποιος άγνωστος έχει καταλάβει τη θέση μου. Αγχώνομαι διπλά στη σκέψη πως ίσως έχει ήδη λάβει χώρα η καθιερωμένη ιεροτελεστία των ζωδίων, με τον φοιτητή της Καλών Τεχνών που τα Σαββατοκύριακα εκτελεί χρέη μπαρίστα να διαβάζει δυνατά στους παρισταμένους τις εβδομαδιαίες προβλέψεις του ωροσκοπίου τους. Δεν πιστεύω, όπως κι οι περισσότεροι τακτικοί θαμώνες, στα ζώδια· χαίρομαι όμως κάθε φορά μ’ αυτή τη συνήθεια, που θεωρώ αναπόσπαστο μέρος της ρουτίνας μου.

Προχωράω αρκετή ώρα, άγνωστα κτίρια διαδέχονται πλέον το ένα το άλλο. Μήπως από την αγωνία μου να μην αργήσω το προσπέρασα; Νιώθω τον ιδρώτα που προκαλεί ο ανοιξιάτικος ήλιος να με κατακλύζει. Ξυπνάω. Η ώρα είναι μόλις 5.15. Συνειδητοποιώ πως βρισκόμαστε σε καραντίνα εδώ και καιρό, έχω χάσει πια το μέτρημα των ημερών. Καθώς σηκώνομαι να βάλω μια κάψουλα στη μηχανή, θυμάμαι πως το αγαπημένο μου καφέ έχει κλείσει εδώ και περίπου έναν χρόνο και μελαγχολώ. Είχα ανακαλύψει αυτό το μέρος μετά από μεγάλη αναζήτηση κι είχα χαρεί τόσο που είχα βρει ένα μέρος που διέψευδε όλα τα στερεότυπα περί ψυχρότητας και ανωνυμίας της μεγαλούπολης: οι σταθερές, οικείες φιγούρες που σύχναζαν εκεί γέμιζαν τα πρωινά της Κυριακής μου με συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, προτάσεις βιβλίων, ανταλλαγή εφημερίδων ώστε να ενημερωνόμαστε πιο σφαιρικά. Άνθρωποι με τους οποίους φαινομενικά δεν μας συνέδεε τίποτα, κάποιοι γείτονες κι άλλοι, όπως εγώ, από μακρινές περιοχές σμίγαμε κάθε Κυριακή, όπως κάνουν στα βιβλία οι οικογένειες, για να αφηγηθούμε τα νέα της εβδομάδας μας, να αστειευτούμε ή να σχολιάσουμε –όχι χωρίς μικροκαβγάδες– την πολιτική επικαιρότητα.

Με την πρώτη γουλιά καφέ ανοίγω το λάπτοπ για να βάλω μουσική και να δω μήπως έχω κανένα μήνυμα. Τίποτε, ευτυχώς. Προτιμώ να αναπολήσω λίγο ακόμη τις απαγορευμένες πλέον βόλτες μου έως τον Κεραμεικό, τους φίλους μου που έχω τόσο καιρό να δω, την ανάγνωση των ζωδίων που δεν έχει πια κανένα νόημα. Υπόσχομαι στον εαυτό μου πως, όταν τελειώσει όλο αυτό που ζούμε τελευταία, θα ξαναρχίσω να περπατάω πολύ και να εξερευνώ το κέντρο της πόλης ώσπου να ανακαλύψω ένα ήσυχο καφέ με σταθερούς θαμώνες για τα πρωινά της Κυριακής μου. Έως τότε θα αρκούμαι σε «μετακινήσεις 6» στη γειτονιά του προαστίου όπου εγκλωβίστηκα και σε διαδικτυακές συνομιλίες με τους φίλους μου. Το YouTube έχει πάει στο «Ένα κλεμμένο ποδήλατο» των Στέρεο Νόβα. Παραφράζω τους στίχους και τραγουδάω στον εαυτό μου: «Θα διασχίσεις ένα πρωινό την πόλη και θα ’ναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο». Αμήν. ■

* Ο Λεωνίδας Καραδήμος είναι μεταφραστής.