ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Ωδή στο αυτοκίνητο

Ωδή στο αυτοκίνητο

Πώς ένα ταξίδι 3.000 χιλιομέτρων από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα, σε συνθήκες πανευρωπαϊκού lockdown, σε υποχρεώνει να επανεκτιμήσεις τον τετράτροχο αποσυνάγωγο των σημερινών πόλεων.

Ένα Σαββατοκύριακο, κόντρα στις παραινέσεις και στις κασσανδρικές προβλέψεις των συναδέλφων μου, ξεκίνησα ένα ταξίδι επιστροφής 3.000 χιλιομέτρων από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα. Μόνος. Με το αυτοκίνητο. Ήταν ένα ταξίδι μέσα από επτά χώρες, τρεις ζόρικες τελωνειακές διατυπώσεις, δύο διανυκτερεύσεις, σχεδόν «στο πόδι», μέσα στο αμάξι. Ηταν ένα ταξίδι που θα μπορούσα να είχα αποφύγει. Δεν ήταν άθλος. Ήταν όμως ένα ταξίδι αλλιώτικο από τ’ αλλα.

Αρχίζουμε από την απόκοσμη έλλειψη κίνησης στους δρόμους. Και τη διέλευση μέσα από πόλεις και χωριά της Βαλκανικής· σαν την εισαγωγική σεκάνς από zombie movie δεύτερης διαλογής. Κλειστά καταστήματα, βενζινάδικα όπου ανεφοδίαζες, πλήρωνες, έφευγες χωρίς την παραμικρή ανθρώπινη διάδραση – όχι απλώς «επαφή». Ήταν οι ελάχιστοι περαστικοί, που έβλεπαν τις βελγικές πινακίδες και κουνούσαν το κεφάλι – νομίζω όχι επιδοκιμαστικά. Ήταν οι ουρές στα σύνορα, που μου θύμισαν την επομένη της πτώσης του τείχους της ντροπής στο Βερολίνο.

Σαν τον παλιό καλό καιρό

Πριν ξεκινήσω, έκανα το σφάλμα να αναζητήσω «επίσημες οδηγίες»: με εξαίρεση την πρεσβεία μας στη Βουλγαρία και τον υπάλληλο που ήξερε για τι πράγμα μιλούσε, οι υπόλοιπες πέντε (!) σέρβιραν ένα μείγμα σοσιαλμιντιακής φημολογίας και αποτρεπτικής «τρομοκρατίας»: «Ποιος σας είπε, κύριε, ότι μπορείτε να βγείτε από τη χώρα; Δεν πρόκειται να σας αφήσουν, θα σας γυρίσουν πίσω…», η προειδοποίηση ενός υπαλλήλου. Πήρα το ρίσκο, όχι επειδή μου αρέσει να ζω στην κόψη του ξυραφιού, αλλά επειδή τα σύνορα με τη Γερμανία ήταν μόλις μιάμιση ώρα μακριά. Και καλά έκανα. Από το Βέλγιο στη Γερμανία κι από εκεί στην Αυστρία όλα ήταν όπως τον παλιό καλό καιρό, όπου καταλαβαίνεις ότι αλλάζεις χώρα μόνο από τις σημαίες στη συνοριογραμμή. Μετά, άρχισαν τα δύσκολα.

Εδώ είναι Βαλκάνια

Οι Ούγγροι τελωνειακοί ήθελαν εξηγήσεις: η επίσημη τεκμηρίωση ήταν «επαναπατρισμός», αλλά τα βελγικά νούμερα στο αυτοκίνητο κάπως τους χαλούσαν τη μαγιά. Οι Ρουμάνοι μού κόλλησαν ένα τεράστιο (μα τεράστιο, αλήθεια) αυτοκόλλητο στο παρμπρίζ (!) με την ένδειξη «transit» (διέλευση). Σύμφωνα με τις οδηγίες, επιτρέπεται μόνο να κινηθείς στον αυτοκινητόδρομο, να σταματήσεις για βενζίνη και να συνεχίσεις χωρίς στάσεις. «Πρέπει να είναι δύο οδηγοί στο αυτοκίνητο», μου είπε αυστηρά ένας αστυνομικός. «Είμαι πολύ ξεκούραστος, μόλις ξύπνησα», του απάντησα. «Πόσο κάνει το αμάξι;» Κάθε φορά που όργανο της τάξης περνάει σ’ αυτή τη φάση της συζήτησης, ξέρεις ότι έχεις ξεμπλέξει…

odi-sto-aytokinito0
©Andrew Testa/The New York Times

Παρεμπιπτόντως: «transit» δεν σημαίνει «οδήγα μέχρι να κλείσουν τα μάτια σου και να χωθείς κάτω από το πρώτο TIR στο αντίθετο ρεύμα». Σημαίνει, «επιτρέπεται η ολιγόωρη στάση στα rest areas της εθνικής και η διανυκτέρευση στο αυτοκίνητο, υπό την προϋπόθεση ότι παραμένεις στα όρια της ενδεδειγμένης διαδρομής». Κι αυτό είναι κάτι που οι Ευρωπαίοι ταξιδιώτες κάνουν εδώ και δεκαετίες, με απόλυτη ασφάλεια: ΙΧ, τροχόσπιτα, αυτοκινούμενα και ρυμουλκούμενα, φορτηγά και TIR, όλα παρκάρουν στον ίδιο, ελεγχόμενο χώρο και όλοι προσέχουν όλους. Δεκαπέντε χρόνια προσωπικής πείρας και άπειρων διανυκτερεύσεων πρέπει να είναι αρκετά για να σας πείσουν.

Μοτέλ και επιτέλους Ελλάδα

«Και γιατί όχι διανυκτέρευση σε μοτέλ;» θα μου πείτε. Για δύο λόγους. Πρώτον, στην περίοδο του lockdown όλα τα μοτέλ ήταν κλειστά. Αλλά το σημαντικότερο είναι πως, όταν ταξιδεύεις για μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα, είναι πρακτικά αδύνατον να προβλέψεις πότε θα σε εγκαταλείψουν οι δυνάμεις σου – ειδικά αν οδηγείς μόνος. Όποτε όμως κι αν συμβεί αυτό, το επόμενο rest area στους αυτοκινητόδρομους της Ευρώπης (σιγά σιγά και της Ελλάδας) είναι μερικές δεκάδες χιλιόμετρα πιο πέρα. Και ακόμα κι ένα διωράκι ύπνου αρκεί – αν κατέχεις την τεχνική του power napping (γκουγκλάρετέ το, είναι αληθινή τεχνική).

odi-sto-aytokinito1
©Andrew Testa/The New York Times

Έγραψα πριν ότι δεν ήταν ένας άθλος. Ο ορισμός του άθλου, όμως, είναι ζήτημα προσωπικής ερμηνείας. Για μένα, η παρακολούθηση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα είναι ένα μαρτύριο που διαρκεί αιώνες. Η οδήγηση σε άδειους δρόμους είναι, αντίθετα, κάτι που εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ. Συνολικά οδήγησα 2.960 χιλιόμετρα σε τριάντα μία ώρες. Μέσα σε δυόμισι μέρες, με πολλές στάσεις για ξεμούδιασμα, δύο ολιγόωρες αναμονές στα σύνορα, εξαιρετικές καιρικές συνθήκες για road trip και οκτώ ώρες ύπνου. Σε ένα αυτοκίνητο με κόκπιτ λίγο πιο στριμωγμένο από εκείνο ενός F-16· αλλά μπρος στα κάλλη…

Μπαίνοντας στην Ελλάδα, ήμουν ακόμα τόσο διψασμένος για χιλιόμετρα, που φτάνοντας στην έξοδο για Μπράλλο, βγήκα από την εθνική και το ‘κοψα απ’ το βουνό. Για να ξαναθυμηθώ πόσο όμορφη «πίστα» είναι η Ελλάδα για εμάς τους ελάχιστους που απομείναμε – τους λάτρεις του αυτοκινήτου, όχι ως status symbol, αλλά ως μηχανικής προέκτασης της βιολογίας μας. Από τις λίγες απολαύσεις που απέμειναν και που, οσονούπω, θα αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη, τα αυτόνομα οχήματα και την απόλυτη επικυριαρχία των αεροπορικών μετακινήσεων…

Η αυτοκίνηση προσεχώς: χόμπι για πλούσιους;

Κάποια μέρα, όχι πολύ μακριά από σήμερα, νομοτελειακά και αναπόδραστα, τα αυτοκίνητα όπως τα ξέρουμε θα εξαφανιστούν από τους δρόμους. Η αρχή έχει γίνει με τη δρακόντεια επιτήρηση των ορίων ταχύτητας, εν πολλοίς απαραίτητων αλλά και πολύ συχνά εξοργιστικά συντηρητικών. Πόλεις των 1.500 κατοίκων έχουν πλέον μόνο ελεγχόμενες ζώνες στάθμευσης και κλειστά, ακριβά πάρκινγκ. Τα οχήματα αυτόνομης οδήγησης, αυτή η κινούμενη ύβρις στις ανθρώπινες δεξιότητες, αποδεικνύονται όλο και πιο ικανά να αποφύγουν ένα τροχαίο συμβάν (οι άνθρωποι θα είναι για πολύ καιρό πιο έξυπνοι, αλλά και πιο απρόβλεπτοι, και εδώ η υπολογιστική ικανότητα ενός επεξεργαστή νικά κατά κράτος).

odi-sto-aytokinito2
odi-sto-aytokinito3
Διασυνοριακός έλεγχος σε αυτοκίνητο με βελγικές πινακίδες που μόλις έχει εισέλθει σε ολλανδικό έδαφος. Από τις σπάνιες περιπτώσεις που η συνοριακή γραμμή έχει χαραχτεί στο λιθόστρωτο ενός χωριού. © Ilvy Njiokiktjien/The New York Times

Πολύ σύντομα, όπως δήλωνε πριν από λίγο καιρό ένας παλαίμαχος πιλότος της Formula 1, «το αυτοκίνητο θα είναι ένα χόμπι για τους πολύ πλούσιους». Θα οδηγούμε –με την ολοκληρωμένη έννοια της λέξης– σε ελεγχόμενους χώρους και μόνο ως σπορ. Φυσικά, όχι τα δικά μας αυτοκίνητα. Και τότε θα καταλάβουμε τι είχαμε και τι χάσαμε.

Γιατί θα έχουμε θυσιάσει το πρώτο μαζικό ανθρώπινο όνειρο που έγινε πραγματικότητα, για πιο γρήγορα, πιο μακριά, χωρίς στάσεις και διαλείμματα προκαθορισμένα από άλλους, χωρίς τυφλά παράθυρα που βλέπουν μόνο τον ουρανό, ανεπιθύμητους συνεπιβάτες, μικροβιοφοβία και στέρηση επιλογών της τελευταίας στιγμής (αυτό που, αν θυμάται κανείς, λέγεται και έμπνευση).

Μέχρι τότε, όμως, έχουμε επιλογές

Να μάθουμε να οδηγούμε σαν άνθρωποι. Χωρίς τον μπαμπούλα της τιμωρίας ή την ενστικτώδη μεταμόρφωσή μας σε πολεμιστή των δρόμων, όπου όλοι γύρω είναι σφετεριστές του ζωτικού μας χώρου και πρέπει να εκτοπιστούν. Να εκτιμήσουμε το αυτοκίνητο γι’ αυτό που πραγματικά είναι: ούτε commuter των 5 χιλιομέτρων (για να γυρίσουμε λίγο πιο πάνω, εννοείται ότι στη δουλειά μου πάω περπατώντας…)  ούτε όπλο ατομικής καταστροφής. Να διδάξουμε στα παιδιά μας (ίσως η τελευταία τυχερή γενιά που θα οδηγήσει ελεύθερα) τον τρόπο με τον οποίο η οδήγηση γίνεται απόλαυση και αισθητηριακή πανδαισία. Όχι μόνοι μας, στο πάρκινγκ της γειτονιάς. Ούτε με τον δάσκαλο-εισιτήριο για τις απολιθωμένες εξετάσεις του υπουργείου.

Ο καλύτερος οδηγός που γνωρίζω, δέκα χρόνια μικρότερος και με πολύ λιγότερα χιλιόμετρα στο ενεργητικό του, δεν έχει αφήσει σεμινάριο και track day που να μην έχει παρακολουθήσει. Και όχι μόνο από μία φορά. Η οδήγηση στον δρόμο είναι ένα παιχνίδι δεξιοτήτων σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο, δυναμικό περιβάλλον. Αν δεν τις ακονίζεις διαρκώς, ατροφούν και τις χάνεις.

Επίσης: να επαναφέρουμε την αυτοκίνηση στην αρχική της αίγλη. Όταν το αυτοκίνητο ήταν η εστία της οικογένειας, γιατί εκεί βρίσκονταν συχνότερα όλοι μαζί, με μοναδική παρέα ο ένας τον άλλο. Όταν σήμαινε εκδρομές στο άγνωστο, περιπέτεια και ελευθερία. Ναι, μην υπομειδιάτε ειρωνικά. Ελευθερία. Από τις λίγες με τόσο μικρό κόστος και τόσο άρτια ηδονή.

Έτσι λοιπόν εγώ οδηγώ. Ταξιδεύω. Με κάθε ευκαιρία. Όχι από τους αυτοκινητόδρομους των 130 χλμ. ανά ώρα και των μηδενικών ερεθισμάτων – όταν δεν είμαι υποχρεωμένος από τις συνθήκες να το κάνω. Αλλά από το επαρχιακό δίκτυο. Και αν έχω μια διορία να τηρήσω, ξεκινάω μέρες νωρίτερα. Όποτε κουράζομαι, σταματάω. Αν κάτι τραβήξει το μάτι μου, κάνω στην άκρη του δρόμου και φωτογραφίζω.

Σήμερα ειδικά, δεν νοιάζομαι αν ο διπλανός μου φοράει μάσκα, φταρνίζεται στον αγκώνα του ή ακουμπάει στο μπράτσο του καθίσματος με γυμνά χέρια.

Ανταποκρίνομαι στα παιδιά που κάνουν οτοστόπ· και τις προάλλες είχα την πιο ενδιαφέρουσα κουβέντα με έναν παπά της ορεινής Ελλάδας, που μου θύμισε τις ιστορίες του Δον Καμίλο από τον Τζοβανίνο Γκουαρέσκι.  Γιατί απέναντι στη σιγουριά των μέσων μαζικής μεταφοράς και των robot cars έχω ένα σωρό επιχειρήματα. Τα οποία, αν δεν έχεις κάνει έστω ένα road trip στη ζωή σου, δεν θα τα καταλάβεις.

Επομένως: δεν είναι νοσταλγία, ούτε κρίση μέσης ηλικίας. Είναι η ζωή και όλες οι λεπτομέρειές της στα χέρια σου. Και είναι μια αίσθηση που δεν θα ήθελα να στερηθώ, για όλη την ασφάλεια του κόσμου.