ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Στέκι μου, αγάπη μου

Στέκι μου, αγάπη μου

Τέσσερις επώνυμοι μιλούν στο «Κ» για τα στέκια τους· για τα μέρη εκείνα που περίμεναν πώς και πώς να επισκεφθούν μετά την καραντίνα.

Λεωνίδας Κουτσόπουλος – Αρχάγγελος (Κολωνός)
«Εκεί, είτε πας μόνος είτε με φίλους, θα καταλήξεις με παρέα»

Μας έλειψαν πολλά σε αυτή την καραντίνα. Το πρώτο ήταν το να αγκαλιάζουμε τους ανθρώπους μας. Όμως αυτό με το έξω έγινε ασφυκτικό, γιατί η έξοδος ακόμα και σε ένα εστιατόριο δεν είναι απλώς πάω-τρώω-φεύγω. Αν ήταν έτσι, στο τέλος κάθε γεύματος εμείς που έχουμε εστιατόρια θα ρωτούσαμε τους πελάτες «πώς φάγατε;», όχι «πώς περάσατε;». Συζητούσα τελευταία με κάτι φίλους για τις συναυλίες που ήταν παλιά η έξοδός μας. Μας πρόσφεραν ευχαρίστηση, ιδρώναμε, πίναμε μπίρες, αλλά ήταν και κάτι περισσότερο. Βάλαμε κι άλλα πράγματα στη φαρέτρα μας από αυτό. Κάπως έτσι είναι και τα στέκια. Το δικό μου στέκι είναι ο Αρχάγγελος. Παλιά, που άνοιγε καθημερινές κι ήταν πιο χαλαρά, πήγαινα σχεδόν κάθε μέρα να τα πούμε με τον Σωτήρη τον ιδιοκτήτη, που είναι φίλος πια, και βγάζαμε τα σώψυχά μας. Είναι ένα στέκι με έντονο χαρακτήρα, όπως και ο ίδιος. Αγαπώ τις ιστορίες που διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια σου. Μου αρέσει πολύ να κάθομαι σε μια γωνιά και να τις χαζεύω, να υποθέτω τι συμβαίνει αν δεν ακούω ή να γίνομαι και μέρος τους – γιατί κάποια στιγμή μπορεί να ζητήσουν και τη γνώμη σου. Εκεί, είτε πας μόνος είτε με φίλους, θα καταλήξεις με παρέα.

Όλα άρχισαν από το Μπάτμαν, ανάλογου ύφους μαγαζί, όταν έμενα στον Νέο Κόσμο. Πήγαινα πάντα από νωρίς, γιατί δεν μου αρέσει να αλλάζω μαγαζιά μέσα σε μία νύχτα, και για να βρω τη θέση μου. Ξέρεις, σε αυτά τα μαγαζιά μπαίνει τόσος κόσμος, που δεν το πιστεύεις. Λες, αυτοί γεμίζουν τις κάτω εξέδρες του ΟΑΚΑ, πού χώρεσαν εδώ μέσα; Είναι παράλογο. Αργότερα γνώρισα και τον Αρχάγγελο. Δεν είναι τόσο το πόσα χρόνια πάω, όσο η συχνότητα με την οποία πήγαινα μια εποχή: κάθε μέρα. Είτε για κανονική έξοδο είτε για ένα γρήγορο ποτό μετά τη δουλειά, που ποτέ δεν κατέληγε γρήγορο. Αυτό είναι το επικίνδυνο σε αυτά τα μαγαζιά: πάνω που μαζεύεις κλειδιά, κινητό και πας να φύγεις, σου λένε: «Πού πας; Κάτσε». Κι έρχεται ένα κερασμένο. Σε βλέπουν να τεντώνεσαι και σου βάζουν το αγαπημένο σου τραγούδι και λες «έλα, ρε συ, πρέπει να φύγω», αλλά κάθεσαι και τελικά πάει 6.30 το πρωί. Και ποτέ δεν σε αντιμετωπίζουν ως πελάτη. Νομίζω ότι αυτά τα μαγαζιά γεμίζουν ένα κενό που χάθηκε όταν μεγαλώσαμε και έπαψαν αυτές οι μαζώξεις στα σπίτια με τα είκοσι άτομα, όπου περνούσες πάντα τέλεια. Δεν είναι μόνο ότι εκεί περνάς καλά, είναι που με κάποιον τρόπο γεμίζουν το κενό αυτής της χαμένης επαφής. 


Παυλίνα Βουλγαράκη – Flower (Πλατεία Μαβίλη)
«Ο μυστικός μου κήπος στην καρδιά της Αθήνας»

steki-moy-agapi-moy0

Και πριν από την καραντίνα εγώ ζούσα σαν να είμαι σε καραντίνα. Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου: περνάω πολύ χρόνο στο σπίτι, δεν βγαίνω πολύ, βλέπω λίγους ανθρώπους, τους πολύ αγαπημένους μου. Δεν μπορώ να πω ότι έχω ιδιαίτερη κοινωνική ζωή ούτε κοινωνικές σχέσεις. Οπότε στην καθημερινότητά μου δεν άλλαξαν πολλά πράγματα, αν εξαιρέσεις την αίσθηση του φόβου και της απειλής. Η αντικοινωνικότητα μου ταιριάζει, γι’ αυτό και έρχομαι στο Flower, γιατί είναι σαν να πηγαίνω σπίτι μου – και είναι και δίπλα στο σπίτι μου. Μένω στον Λυκαβηττό, οπότε έρχομαι με τα πόδια συνήθως. Γεννήθηκα στη Νεάπολη Εξαρχείων και από τότε κάθε δύο χρόνια μετακομίζω σε σπίτια εδώ γύρω. Ερχόμουν στη Μαβίλη από μαθήτρια, ήταν το κλασικό άραγμα, που λέμε. Τώρα, με το που εξαγγέλθηκαν τα μέτρα, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να έρχομαι με μάσκα, γάντια και παρέα με τη συγκάτοικό μου να κάνουμε πικνίκ εδώ στο γκαζόν, αφού το Flower δεν μπορούσε να έχει τραπέζια.

Το Flower είναι σαν ένας μικρός μυστικός κήπος στην καρδιά της Αθήνας. Ενώνονται τα δέντρα και ξαφνικά είσαι κάτω από αυτόν τον πράσινο θόλο. Εγώ είμαι πολύ δεμένη με αυτό το μέρος, ίσως γιατί μεγάλωσα εδώ. Όμως δεν είναι καταπληκτικό; Τα πρωινά όλα μου τα ραντεβού τα κάνω εδώ. Τρώω κρουασάν με νουτέλα και καφέ. Μετά έρχομαι πάλι το βράδυ που έχει ησυχία και τρώω την πίτσα βετζετεριάνα με τη λεπτή ζύμη. Αυτά μου έλειψαν και ένα ωραίο dirty martini. Θεωρώ ότι με την καραντίνα επαναξιολογήσαμε όλοι –κι εγώ ειδικά που δεν έβγαινα– την έννοια της εξόδου. Ξαφνικά είπα «γιατί δεν πήγαινα σε ένα μαγαζάκι να ακούσω ωραία μουσική», ξαφνικά μετάνιωσα για όλα εκείνα τα βράδια που μου έλεγαν φίλοι έλα να πιούμε ένα ποτό και δεν πήγαινα. Νομίζω ότι τώρα πια θα πηγαίνω.


Δημήτρης Καταλειφός – Καφενείο Λουκάς (Παγκράτι)
«Ένα οικογενειακό υποκατάστατο»

steki-moy-agapi-moy1

Παραδόξως αποδείχθηκε ότι την καραντίνα την είχα ανάγκη. Μιλούσα με τους φίλους στο τηλέφωνο, βρήκα τον χρόνο που δεν είχα, ζωγράφιζα, είδα υπέροχες ταινίες και γενικά πέρασα ευχάριστα, αν εξαιρέσεις τον φόβο και τη θλίψη γι’ αυτά που συνέβαιναν. Όμως το να έρχομαι εδώ, σε αυτό το καφενείο, όπως το κάνω τα τελευταία έξι επτά χρόνια κάθε πρωί, να βλέπω φίλους, να ανταλλάσσουμε τα νέα μας, μου έλειψε τόσο πολύ, σε σημείο που έγραψα και ένα ποίημα γι’ αυτό. Το είχα ήδη ζωγραφίσει και το κάδρο μου το έχουν κρεμασμένο μέσα. Εδώ είναι πια το στέκι μου, εμένα που δεν είχα ποτέ στέκια. Νομίζω ότι μεγαλώνοντας θέλει κανείς μια βάση, νιώθω πλέον ότι τη χρειάζομαι, είναι σαν ένα οικογενειακό υποκατάστατο. Το καφενείο είναι ανοιχτό όλη την ημέρα, εγώ όμως ανήκω στην πρωινή βάρδια. Εδώ έχω ένα δεύτερο ζευγάρι κλειδιά, εδώ έρχονται και μου αφήνουν πακέτα, κάποιο θεατρικό έργο, κανένα σενάριο. Η καθημερινότητα, ξέρετε, έχει μια μεγάλη ευλογία: ξυπνάς, είσαι ακόμα καλά, συναντάς κάποιους ανθρώπους, μιλάς για την προηγούμενη μέρα. Εδώ μπορώ να εκτιμώ αυτό το ευλογημένο «κάθε μέρα».

Οι περισσότεροι άνθρωποι στη «βάρδιά μου» είναι πάνω από εξήντα, μια ηλικία που την έχω περάσει κι εγώ και με συγκινεί πολύ. Υπάρχει μια ελαφρά μελαγχολία σε αυτήν, την οποία μοιράζομαι εδώ κι έτσι την αντέχω καλύτερα. Κι έπειτα τα στέκια είναι σημεία αναφοράς. Ειδικά εμείς, η πρωινή βάρδια, μετά από εδώ πάμε στις δουλειές μας, στα καλά και στα κακά της μέρας μας, τα οποία ένα κομμάτι του μυαλού ξέρει ότι την άλλη μέρα θα τα μοιραστεί εδώ. Τον πόνο στη μέση ή στο δόντι, το πώς πήγε η παράσταση. Υπάρχει μια ανταλλαγή που ήθελα πολύ να ξαναβρώ, γιατί μου δίνει μια αίσθηση ισορροπίας.  

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τόσο ανάγκη για επαφή, γιατί δυστυχώς ο καθένας μας διαχειρίζεται με τον τρόπο του το θέμα της μοναξιάς. Αυτό το να ακουμπήσεις κάπου, έστω για να πεις ένα «καλημέρα» και «πώς είναι ο καφές σου σήμερα;», είναι πολύτιμο.


Μυρτώ Αλικάκη – Mojo (Ζωγράφου)
«Αυτό που μετράει είναι η ατμόσφαιρα»

steki-moy-agapi-moy2

Όταν ξεκίνησε η καραντίνα, θεώρησα ότι όλο αυτό θα μου είναι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί είμαι άνθρωπος του έξω. Ταυτόχρονα, όμως, ούσα και πολύ προσαρμοστική, άρχισα σταδιακά να το απολαμβάνω. Αν εξαιρέσεις τη δύσκολη περιρρέουσα ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά τη διάρκεια της καραντίνας, σε ατομικό επίπεδο πέρασα τελικά αρκετά καλά. Αποδείχθηκε μια ευκαιρία να ξεκουραστώ, να δω τα παιδιά μου περισσότερο από ό,τι τα έβλεπα πριν, να έχω μια πιο ήρεμη καθημερινή ρουτίνα. Είδα ταινίες που δεν είχα ποτέ τον χρόνο να δω, ενώ έβλεπα και κάποιους λίγους ανθρώπους πολύ προσεκτικά. Μη σου πω πως όταν τελείωσε, απογοητεύτηκα λίγο, σκέφτηκα «άντε πάλι τώρα, τρέχουμε». Φυσικά η λαχτάρα για ποτό, μουσική και φίλους υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει πάντα σ’ εμένα. Οπότε ναι, το σκεφτόμουν και το αποζητούσα.
 
Υπάρχουν τέσσερα πέντε μαγαζιά που νιώθω πολύ οικεία, που είναι τα στέκια μου. Ήμουν πάντα άνθρωπος που έχει στέκια, γιατί μου αρέσει να νιώθω σαν το σπίτι μου όταν βγαίνω έξω. Μου αρέσει να νιώθω άνετα ακόμα κι όταν πηγαίνω μόνη μου – κι αυτό μπορεί να συμβεί κι από την πρώτη μέρα. Δεν είναι μόνο οι ωραίες βραδιές και οι ωραίες παρέες που σε τραβούν σε ένα μέρος. Αυτό που μετράει είναι η ατμόσφαιρα, ένας ζεστός χώρος, ένα ζεστό «γεια», καλές μουσικές, που θα τα εντοπίσεις από την αρχή. Κάπως έτσι έγινε και με το Mojo, στου Ζωγράφου, ένα κλασικό μαγαζί εδώ και πολλά χρόνια. Πήγαινα και μικρότερη, το έχασα για αρκετό καιρό και το ξαναβρήκα τα τελευταία χρόνια, πλέον πηγαίνω συστηματικά. Είναι τρία λεπτά από το σπίτι μου, έχει έναν υπέροχο κήπο, είναι πανέμορφο μέρα και νύχτα. Γνωρίζω πια τα παιδιά που το έχουν, αλλά δεν είμαστε φίλοι, δεν έχουμε προσωπική σχέση. Όμως από την αρχή το στίγμα που είχε αυτό το μαγαζί έμοιαζε να έχει μαζί μου συγγένεια. Αυτό συμβαίνει με τα στέκια. Αυτό είναι που σε φέρνει πάντα πίσω σε αυτά.