ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Πρωτοχρονιά και Πάσχα μαζί

Υπάρχει μια κατάσταση όπου δεν ονειρεύεσαι, αλλά ούτε είσαι ακριβώς εκεί, με τις αισθήσεις ξύπνιες, να νιώθεις το πάπλωμα που σε ζεσταίνει.

Δεν νιώθεις ούτε κρύο ούτε ζέστη. Δεν έχεις καμία αίσθηση, παρά μόνο μια αίσθηση ότι κάτι έρχεται. Κάτι που θα σε αναγκάσει να αποφασίσεις.

Το ξυπνητήρι. Χτύπησε. Το ’ξερα. Το πρόλαβα πριν τον ξυπνήσει. Τον χάιδεψα στην ξεσκέπαστη πλάτη, για να βεβαιωθώ ότι αναπνέει ακόμα βαθιά, βαριά κι αργά, όπως αναπνέουμε όλοι μας όταν ζούμε για λίγο σε ένα όνειρο.

«Άραγε να είμαι κι εγώ σ’ αυτό το όνειρο;»

Μην ξινίζεις με την αφέλειά μου. Σίγουρα έχει περάσει κι από το δικό σου μυαλό αυτή η «αθώα» σκέψη. Που μόνο αθώα δεν είναι. Γιατί κάτω από τα λευκά της φουστάνια κρύβονται όσα τέρατα δεν θα χωρούσαν ποτέ κάτω από το κρεβάτι σου. Οι φοβίες σου, οι ανασφάλειές σου, οι προσδοκίες σου και τα όνειρά σου. Και το λέμε έρωτα αυτό το τέρας. Όχι λόγω όψης, αλλά λόγω ΤΕΡΑΣτιας δύναμης. Ένα απλό «όχι» σε αυτή την αθώα σκέψη μπορεί να σε συνθλίψει σαν κουνούπι που ξέμεινε σε κάποιο χειμώνα. Και πριν προλάβω να τσαντιστώ με το ενδεχόμενο που έγινε βεβαιότητα στο κεφάλι μου και να τον ξυπνήσω, για να του ζητήσω τα ρέστα που δεν είμαι κι εγώ στο όνειρό του, το ξυπνητήρι με προλαβαίνει. Καταραμένη τεχνολογία!

Απλώνει το χέρι του και ψάχνει το ηλίθιο smartphone. Το κλείνει και συνεχίζει να ψάχνει τις ζάρες στο σεντόνι. Ώσπου με βρίσκει. Το παίζω κοιμισμένη κι ανήξερη για το ύποπτο όνειρό του. Με τραβάει πάνω του σαν να με έψαχνε όλο το βράδυ. Ή και μια ζωή. Χαμογελάω.

«Πρέπει να σηκωθούμε», μου λέει. Χάνω το χαμόγελό μου.
«Αφού είναι Κυριακή!» διαμαρτύρομαι.
«Τετάρτη είναι. Έλα, σήκω».

Τετάρτη; Από πού κι ως πού είναι Τετάρτη; Πώς μπορεί να είναι οποιαδήποτε άλλη μέρα εκτός από Κυριακή; Αφού ξυπνήσαμε μαζί, είναι Κυριακή! Είναι μέρα ιερή. Πρωτοχρονιά και Πάσχα μαζί. Και τότε, μου περνά από το μυαλό το αδιανόητο. Η καλύτερη ιδέα που είχα ποτέ! Να κάνουμε κοπάνα. Από τη δουλειά, την κίνηση, τα ξυπνητήρια και τα έξυπνα τηλέφωνα. Από τη βροχή και τη μεγάλη μου αδερφή κι από τον κόσμο όλο.

«Εμένα πάντως μου μοιάζει Κυριακή. Θα έκανα κοπάνα… Αν έκανες κι εσύ». Του ρίχνω όλη την ευθύνη και τον σφίγγω πάνω μου για να τον πείσω.

«Να ενημερώσεις, όμως, τώρα που είναι νωρίς, ότι δεν θα πας σήμερα».

Κουνάω το κεφάλι μου συγκαταβατικά, κυρίως για να πάει η πληροφορία παντού. Θα κάναμε κοπάνα! Θα πίναμε καφέ στο κρεβάτι του, ακούγοντας τα πουλιά να γίνονται πολλά μέχρι να πάψουν να ακούγονται. Κι όταν η βροχή σταματούσε για να πάρει μια ανάσα, θα πεινούσαμε. Το γωνιακό τραπεζάκι θα ήταν στρωμένο. Θα καθόμασταν εκεί μέχρι να χορτάσουμε ούζο και κουβέντες. Μέχρι η έλλειψη των κορμιών να γίνει αφόρητη και να βγούμε ξανά στη βροχή. Με κατεβασμένα κεφάλια κι ομπρέλες που παίρνουν μάτια και κορναρίσματα που δεν μπορούν να περιμένουν να φτάσουν κάπου.

Κι εμείς δεν έχουμε καν βραχεί. Γιατί σήμερα, για μας μονάχα, κάνει Κυριακή.■

* Η Γιάννα Κατωπόδη είναι συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων «Κράτα το φως ανοιχτό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός.