ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Κρίστοφερ Νόλαν: Ο τελευταίος ρομαντικός

pm4k9e
rev-1-inc-10692_high_res_jpeg

Κάποια στιγμή στο τρέιλερ ακούγεται η εξής φράση: «Υπάρχουν άνθρωποι στο μέλλον που μας χρειάζονται, που χρειάζονται “Tenet”». Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, η αλήθεια είναι ότι όλοι χρειαζόμαστε αυτήν τη στιγμή το «Tenet» που, εκτός απρόοπτου, και έπειτα από αρκετές μικρές αναβολές, θα κάνει, τελικά, πρεμιέρα στις 26 Αυγούστου. Για μια σειρά από λόγους, αυτή είναι η πλέον αναμενόμενη ταινία της χρονιάς. Πρώτον, είναι μια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν. Μια ταινία, μάλιστα, που επεξεργαζόταν στο μυαλό του, όπως έχει πει, από την αρχή περίπου της καριέρας του. Δεύτερον, είναι μια ταινία για την οποία μέχρι πρόσφατα δεν γνωρίζαμε σχεδόν τίποτα, ένα μυστήριο που ενίσχυε και η παλίνδρομη, αινιγματική λέξη του τίτλου. Τρίτον και, ίσως, πιο σημαντικό: η κυκλοφορία του «Tenet» δεν αναβλήθηκε επ’ αόριστον, όπως συνέβη λόγω πανδημίας με ορισμένες άλλες μεγάλες πρεμιέρες της σεζόν, ούτε μεταφέρθηκε στην ασφάλεια κάποιας διαδικτυακής πλατφόρμας. Όχι. Το «Tenet» θα έρθει (περίπου) στην ώρα του και όπως πρέπει. Στη μεγάλη οθόνη. 

Η απόφαση του σκηνοθέτη, με τη σύμφωνη γνώμη της Warner Bros, να κυκλοφορήσει η ταινία σε αυτές τις αβέβαιες συνθήκες, του έχει χαρίσει στάτους μεσσία για το σινεμά – δικαίως. Οι αίθουσες έμειναν για καιρό κλειστές και πλέον υπολειτουργούν, καθώς, ελλείψει ισχυρού κινήτρου, ο μέσος θεατής θα προτιμήσει να δει μια ταινία από τον καναπέ του και όχι ανάμεσα σε αγνώστους και υπό το καθεστώς αναγκαστικών αποστάσεων. Το «Tenet», όμως, αποτελεί ισχυρό κίνητρο, και ο Νόλαν ένιωσε την υποχρέωση να το προσφέρει, παρότι γνωρίζει πολύ καλά πως υπό άλλες συνθήκες θα έκοβε πολλαπλάσια εισιτήρια. Υπάρχει προφανώς ένας ρομαντισμός εδώ. Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, στις αρχές της πανδημίας, είχε υπογράψει μια επιστολή στη «Washington Post», ζητώντας από την αμερικανική κυβέρνηση να στηρίξει τις κινηματογραφικές αίθουσες, αυτό το «ζωτικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής της χώρας». 

kristofer-nolan-o-teleytaios-romantikos0Γυρίζοντας το «Tenet»: εδώ με τον πρωταγωνιστή του Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον, γιο του Ντένζελ. ©AFP/visualhellas.gr

Ετών 50 εδώ και λίγες μέρες, ο Νόλαν είναι ένας από τους τελευταίους ιδεαλιστές του κινηματογράφου, κάτι που γνωρίζαμε, βέβαια, και πριν από το φετινό καλοκαίρι. Ο Βρετανοαμερικανός σκηνοθέτης, για παράδειγμα, αντιμετωπίζει ως εφετζίδικες τις 3D τεχνικές, δεν τον πείθουν τα ψηφιακά εφέ, δεν συγκινείται από την ευκολία της μικρής οθόνης, γυρίζει σε φιλμ, και ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά του πλάνα (και έχει πολλά στις ταινίες του) είναι κανονικά κινηματογραφημένα, αδιαφορώντας επιδεικτικά για την ευκολία του υπολογιστή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο «Tenet» υπάρχει μια σκηνή που ένα Boeing προσκρούει σε ένα κτίριο. Ο Νόλαν επέλεξε να χρησιμοποιήσει ένα αληθινό Boeing και να το ρίξει πάνω σε ένα αληθινό κτίριο. Χρειάστηκε, βέβαια, να αγοραστεί πρώτα το αεροπλάνο, υποθέτω και το κτίριο, ανεβάζοντας πιθανόν το μπάτζετ, αλλά έχει υπάρξει ξεκάθαρος ως προς αυτό: θέλει να προσφέρει στον θεατή μια ρεαλιστική εμπειρία και όχι ένα χάρτινο σύμπαν. Και κανείς δεν θα του πει όχι· οι ταινίες του επιστρέφουν πάντα τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για να γυριστούν. 

Δέκα χρόνια μετά

Ενώ, λοιπόν, ο κινηματογραφικός κόσμος μετράει αντίστροφα για τη μεγάλη πρεμιέρα, αυτήν τη στιγμή στις αίθουσες προβάλλεται μία ακόμα δική του ταινία: πρόκειται για μια επετειακή κόπια του «Inception», με αφορμή τα δέκατα γενέθλια ενός φιλμ που σήμερα μας θυμίζει ότι ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης, πριν κληθεί φέτος το καλοκαίρι να σώσει το σινεμά, έχει προλάβει να το αλλάξει. Το «Inception» δεν ήταν απλώς μια καλή ταινία (απλώς καλή ή αριστούργημα, ανάλογα με τα γούστα του καθενός), αλλά ήταν η απόδειξη ότι ένα μπλοκμπάστερ μπορεί να φτιαχτεί και με διαφορετικά υλικά, χωρίς εφέ εντυπωσιασμού και άνευ νοήματος σκηνές δράσης, χωρίς διεκπεραιωτικές ατάκες και εκβιασμένο συναίσθημα. Μπορεί να έχει και σκέψη και ταχύτητα, και πληθωρικές εικόνες και σοβαρούς διαλόγους, και ποιότητα και εισιτήρια – το «Inception» ήταν η τέταρτη εμπορικότερη ταινία του 2010, κερδίζοντας το χειροκρότημα τόσο του δύσπιστου σινεφίλ που κατά κανόνα σνομπάρει το Χόλιγουντ όσο και του απαιτητικού εφήβου που δεν αντέχει τη «βαριά κουλτούρα». Μέχρι σήμερα συζητιέται τι ακριβώς σήμαινε το τέλος, και η ιδέα των πολλαπλών επιπέδων των ονείρων έχει ενταχτεί στη φιλολογία της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. 

Στις λίστες του IMDb δεν υπάρχει καμία άλλη ταινία των τελευταίων δέκα ετών με υψηλότερη βαθμολογία, αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι στη δεύτερη θέση βρίσκεται μία ακόμα δική του δουλειά: το «Interstellar» (2014). Οι δύο αυτές μεγάλες επιτυχίες του μπορούν να ενταχθούν στο ευρύ φάσμα της επιστημονικής φαντασίας, έναν χώρο που ο ίδιος εκτιμά πολύ (σημειώνει ως δύο βασικές επιρροές του τα «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» και «Blade Runner»), καθώς ενδείκνυται για πειραματισμό σε ζητήματα που τον απασχολούν σταθερά, όπως η φύση του χρόνου, της μνήμης και εν γένει της πραγματικότητας. Οι φανταστικοί-δυστοπικοί του κόσμοι, όμως, είναι περασμένοι με στρώσεις μελαγχολίας, μιας πολύ προσιτής ευαισθησίας (συναισθηματικές απογοητεύσεις, δύσκολες σχέσεις γονιών-παιδιών κ.ά.) και ενός διακριτικού υπαρξιακού προβληματισμού.  

Ο «Νολανικός» κόσμος

Η φιλμογραφία του ξεκίνησε με ένα χαμηλότατου μπάτζετ και σχεδόν αυτοσχεδιαστικά γυρισμένου θρίλερ αγωνίας («Following», 1998), και αμέσως μετά ακολούθησε το «Memento» (2000), μέσα από το οποίο επί της ουσίας συστήθηκε στον κόσμο, που πλέον αντιμετωπίζεται ως case study για το πώς ένας σκηνοθέτης μπορεί να χειριστεί τη χρονική αλληλουχία των σκηνών του. Δύο χρόνια μετά ανέλαβε το πολύ ακριβό καστ (Πατσίνο, Γουίλιαμς, Σουάνκ) του «Insomnia», που παραμένει η λιγότερο «νολανική» του ταινία, ενώ το 2006 παρουσίασε το «Prestige», ένα φιλμ εποχής για την κόντρα δύο ταχυδακτυλουργών. Εν μέρει είναι και ο ίδιος ταχυδακτυλουργός. Η τέχνης της εξαπάτησης στην οποία αριστεύουν οι χαρακτήρες της ταινίας του είναι η ίδια τέχνη που διαπρέπει και ο ίδιος, χρησιμοποιώντας κάθε «μαγικό» αφηγηματικό κόλπο για να παραπλανήσει τον θεατή – η παιγνιώδης του διάθεση υποδηλώνει μια πραγματικότητα για τον ίδιο: το σινεμά είναι διασκέδαση. Και μετά ήρθαν τα «Μπάτμαν» (2005, 2008, 2012), μια τριλογία που λειτούργησε ανανεωτικά για το υπερηρωικό είδος, με την πρόταση του Νόλαν να είναι πιο σκοτεινή, πιο «ενήλικη» και όσο σοβαρή απαιτείται για να διεκδικήσει τα μεγάλα βραβεία. 

kristofer-nolan-o-teleytaios-romantikos1Ο Κρίστοφερ Νόλαν ανάμεσα σε εκατοντάδες ηθοποιούς στα γυρίσματα της «Δουνκέρκης». Όρθιος δίπλα του ο διευθυντής φωτογραφίας Χόιτε βαν Χοϊτέμα, με τον οποίο συνεργάστηκε και στα «Interstellar» και «Tenet». ©AFP/visualhellas.gr

Και ενώ είχε χτίσει ένα αρκετά συγκεκριμένο προφίλ, επενδύοντας στη φαντασία, την περιπέτεια και το μυστήριο, εμφανίστηκε το 2017 με μία από τις (πέντε; δέκα;) καλύτερες πολεμικές ταινίες όλων των εποχών. Η «Δουνκέρκη» ήταν ένας ακόμα θρίαμβος. Μοιάζει (και όντως είναι) θεματικά μια παρένθεση στο σύμπαν του Νόλαν, ωστόσο κινηματογραφικά ακολουθεί αρκετούς από τους δικούς του κανόνες: μη γραμμική αφήγηση, συναισθηματική ένταση, αγωνία και ένα παράλογο πλαίσιο σαν κορνίζα που περικλείει τα πάντα. Ήταν ίσως η μεγαλύτερη απόδειξη ότι μπορεί να υποστηρίξει τον τίτλο ενός μοντέρνου auteur, που διαθέτει την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια να υπηρετήσει τον αόρατο όρκο περί καλού σινεμά, εντός μάλιστα της αρένας του Χόλιγουντ και των εκατομμυρίων της παγκόσμιας κουλτούρας. Πιθανόν δεν θα σώσει το σινεμά, όχι φέτος το καλοκαίρι, αλλά κατά τ’ άλλα είναι από εκείνους τους λίγους που το κρατάνε ζωντανό. Ό,τι κι αν είναι το «Tenet», το χρειαζόμαστε.  ■