ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Κ»

Όταν βάζαμε τα καλά μας

Τις Κυριακές βάζαμε «τα καλά μας». Αυτό το ξέρουν καλά όσοι φλερτάρουν ολοένα και πιο έντονα με τις «ευπαθείς ομάδες» του πληθυσμού. Τα καλά μας ρούχα, τα καλά φαγητά στρωμένα στο τραπέζι, τα πιο μπελαλίδικα και περίτεχνα, το καλό τραπεζομάντηλο, τα καλά σερβίτσια. Μια διάθεση να ομορφύνει η μέρα και η στιγμή (του τραπεζώματος, δηλαδή της συνάντησης).

«Ένα κείμενο που να έχει θέμα την Κυριακή», μου είπαν από το «Κ». Και κάπου να συναντιέται και με την ιδιότητά μου, τη δημοσιογραφική. Πώς να το κάνω τώρα αυτό; Χμ, το κλειδί είναι «τα καλά μας» και η συνάντηση. Κάτι τέτοιο δεν γινόταν (και γίνεται ασφαλώς) και στα κυριακάτικα έντυπα; «Τα καλά μας» φροντίζουμε να βάλουμε στις κυριακάτικες σελίδες, αφού θα συναντήσουν τα κείμενα περισσότερους αναγνώστες. Το «καλό», το δυνατό, το αποκλειστικό, το εντυπωσιακό θέμα (κάτι σαν μοσχαράκι σοφρίτο για το κυριακάτικο τραπέζι)· τις δυνατές φωτογραφίες να συνοδεύουν το θέμα (κάτι σαν την όψη του τραπεζιού, με τη βοήθεια του καλού -οπωσδήποτε- σερβίτσιου, με τα vintage ποτήρια και την κρυστάλλινη αλατοπιπεριέρα που ήρθε στα χέρια μου από μια προπολεμική προίκα)· την ιδιαίτερη σελιδοποίηση, με τα box που ίσως έχουν και τίντα, και με διάφορους άλλους τρόπους που η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει στους σελιδοποιούς (κάτι σαν τις παραδοσιακές συνταγές που «πειράζουν» οι σύγχρονοι chef και κάνουν τη φάβα… φαβότο, για παράδειγμα).

«Τα καλά μας». Σε πολλούς ακούγεται σίγουρα ξεπερασμένο κατάλοιπο μικροαστικής συμπεριφοράς, αλλά πιστεύω ότι είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Είναι η ανάγκη μας να διαφοροποιήσουμε αυτό που κάνουμε κάθε μέρα. Αν είμαστε οικοδέσποινες, ένα κυριακάτικο τραπέζι με τα σέα του και τα μέα του κρύβει οπωσδήποτε ναρκισσισμό και την ακαταλάγιαστη ανάγκη επιβράβευσης, που έχουν (έχουμε) ανάγκη όλοι, κυρίως εκείνοι που κάνουν αγγόγυστα το ίδιο πράγμα κάθε μέρα. Αν είμαστε γραφιάδες της έντυπης δημοσιογραφίας, το θέμα για το κυριακάτικο φύλλο κρύβει επαγγελματική φιλαρέσκεια (ανάλογα με το περιεχόμενο), έχει καμάρι (για το «σερβίρισμα» στη σελίδα), έχει επιβράβευση.

Τώρα που το σκέφτομαι, το κυριακάτικο θέμα, όπως και το κυριακάτικο φαγητό, απελευθερώνει και τη φαντασία. Πάρτε παράδειγμα τούτο εδώ το κείμενο. Η οδηγία που είχα ήταν: «Ένα κείμενο που θα σχετίζεται κάπως και με το περιεχόμενο του βιβλίου, τη διαχρονική σου σχέση με τις εφημερίδες, και δη τις κυριακάτικες, την ίδια τη μέρα». Δεν το λες και το ευκολότερο κείμενο του κόσμου!

Επειδή όμως στον Τύπο τίποτα δεν μπορεί να μείνει κενό, έβαλα κάτω τη φαντασία μου. Όπως περίπου όταν μαγειρεύω. Που ακολουθώ τον σκελετό της συνταγής, αλλά όλο και κάτι πειράζω, όλο κάτι του κεφαλιού μου κάνω. Μα λίγη δάφνη, μα θυμάρι αντί για ρίγανη, μα ζάχαρη, μα τσίπουρο με δυόσμο… Γι’ αυτό, άλλωστε, μου αρέσει η μαγειρική και όχι η ζαχαροπλαστική, που έχει περιορισμούς και αυστηρούς κανόνες. Γιατί η μαγειρική σού αφήνει ελευθερίες, γιατί ξεκλειδώνει τη φαντασία, άρα τη δημιουργικότητα.  Έτσι γίνεται και με τα κείμενα. Κι όταν πρέπει κανείς να γεμίσει μια ολόκληρη σελίδα, και μάλιστα το παλιό μέγεθος της κυριακάτικης «Κ», που ήθελε 2.000 λέξεις ε… Φαντασία ήθελε κι εκεί: τι να κόψεις, τι ν’ αυγατίσεις, τι να προβάλεις, τι να μπει στο box…

Ναι, και στα κυριακάτικα κείμενα βάζαμε «τα καλά μας». Και μας άρεσε.■

Το χρονικό «Πόσες λέξεις; Ενα πολιτιστικό μετα-ρεπορτάζ 1995-2016» της Όλγας Σελλά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα».