ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

«Όποια πόρτα κι αν ανοίξω, βρίσκομαι στα παιδικά μου χρόνια»

leivaditis--2
leivaditis--3

Ο Τάσος Λειβαδίτης γεννήθηκε στο Μεταξουργείο, στην Αθήνα, το βράδυ της Ανάστασης του 1922. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά στον πόλεμο πτώχευσε και πέρασε δύσκολα χρόνια. Η παιδική του ηλικία όμως ήταν ανέμελη και η τότε οικονομική άνεση της οικογένειάς του του εξασφάλιζε τη δυνατότητα να έχουν, αυτός και τα αδέλφια του, δασκάλους μουσικής στο σπίτι. Ο ίδιος έπαιζε βιολί και πιάνο. Αφού τελείωσε το σχολείο, γράφτηκε στη Νομική, αλλά δεν κατάφερε να την τελειώσει. Ήταν οι μαύρες μέρες της γερμανικής κατοχής και ο Τάσος Λειβαδίτης, νέο παιδί τότε, οργανώθηκε στην Αντίσταση. Γιατί πίστευε και, αργότερα, έγραφε: 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη
   και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε
    βήμα πίσω. 

Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν, εκτός από σπουδαίος ποιητής, και ένας ξεχωριστός για το ήθος του άνθρωπος. Να τι έλεγαν γι’ αυτόν οι άνθρωποι που τον συναναστράφηκαν: 

«Ταξίδευε ανά τον κόσμο μέσα από το παράθυρο του σπιτιού του. Δεν είχε κοσμική ζωή, ούτε του άρεσαν “οι ωφέλιμες παρέες”. Δεν παρέλαβε ποτέ ο ίδιος κανένα από τα διεθνή βραβεία που του απονεμήθηκαν». (Λίλα Κουρκουλάκου, «Η λέξη»).

«Αφάνταστα τρυφερός και τόσο ανθρώπινος, έμοιαζε σαν να είχε αρνηθεί να ενηλικιωθεί. Έμοιαζε άνθρωπος ενός άλλου κόσμου. Αυθεντικός και διάφανος. Ποτέ δεν τον άκουσα να καταλογίζει σε κάποιον κάτι, ούτε να εκφράσει ανταγωνισμό για οποιονδήποτε ομότεχνο» (Γιάννης Βάγιας, «Μετρονόμος»).

«Λεπτά,  μακριά άκρα. Μάτια μεγαλωμένα από μια θλίψη. Παρμένα λες από αγιογραφία. Με εκείνο το αμήχανο περπάτημα παιδιού που άθελά του μπερδεύτηκε με τους μεγάλους» (Μανόλης Πρατικάκης, «Τα αφηγήματα ενός ψυχιάτρου»).

Από τον «αυθεντικό και διάφανο», τον τον «αφάνταστα τρυφερό και ανθρώπινο» με «το αμήχανο περπάτημα παιδιού» Τάσο Λειβαδίτη κληρονομήσαμε μια «διαχρονική, βαθιά ουμανιστική ποίηση» και ένα… υστερόγραφο, αφιερωμένο σε όλους μας: 

«Ίσως να το ’βρα. Αλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα ψάχνετε;»