Ο browser σας είναι παλιάς τεχνολογίας!

Αναβαθμίστε τον για να δείτε σωστά αυτό το site. Αναβαθμίστε τον browser σας τώρα!

×

Tα βιβλία που αγαπήσαμε:
Πήτερ Πάν

Τζέιμς Μάθιου Μπάρι

Υπάρχουν παιδιά που δεν μεγαλώνουν ποτέ και παιδιά που πετάνε; Ο Τζέημς Μπάρυ απάντησε καταφατικά το 1904, όταν έπλασε τη λογοτεχνική μορφή του Πήτερ Παν. Ενός ανέμελου παιδιού που ζει στη Χώρα του Ποτέ-Ποτέ, μαζί με ινδιάνου, νεράιδες, γοργόνες και πειρατές. Σύντροφοί του μια ομάδα παιδιών που έχουν χάσει τους γονείς τους και η νεραϊδούλα Τίνκερ Μπελ, και ορκισμένος αντίπαλός του ο αιμοβόρος Κάπτεν Χουκ, αρχηγός των πειρατών. Σε αυτόν τον μαγικό κόσμο μεταφέρει ο Πίτερ Παν τη Γουέντυ και τ' αδέλφια της, με τη βοήθεια της νεραϊδόσκονης, που τους έδωσε τη δυνατότητα να πετάξουν. Εκεί θα μπλεχτούν σε πολλές περιπέτειες, από τις οποίες ξεφεύγουν χάρη στις μοναδικές ικανότητες του Πήτερ στο σπαθί και τη μιμική. Οι περιπέτειες τελειώνουν όταν τα παιδιά του ζεύγους Ντάρλινγκ θα επιστρέψουν στο σπίτι τους. Πάντα, όμως, θα τα συντροφεύει η γλυκιά ανάμνηση και η επιθυμία για νέες επισκέψεις -των ίδιων και των απογόνων τους- στο απομονωμένο νησί του Ποτέ-Ποτέ.

Ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι

Ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι (1860-1937) γεννήθηκε στη Σκωτία και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία ήδη από τα χρόνια που ήταν φοιτητής στο Εδιμβούργο.

Λαμπρά στοιχεία του ταλέντου του έδωσε και στο θέατρο, όπου δημιούργησε έναν ολόκληρο κόσμο φαντασίας και μαγείας, γεμάτο λεπτό χιούμορ και μελαγχολική νοσταλγία. Στο θέατρο πριν γίνει μυθιστόρημα- εμφανίστηκε για πρώτη φορά και ο Πήτερ Παν, που αγαπήθηκε γρήγορα και παιζόταν συνέχεια κάθε Χριστούγεννα μέχρι το 1940, που ο πόλεμος χτύπησε την πόρτα της Βρετανίας.


“Ο πρασινοφορεμένος ιππότης των αιθέρων“

Ο Πήτερ Παν του συγγραφέα Τζέιμς Μάθιου Μπάρι ήταν από τα πρώτα εξωσχολικά βιβλία που διάβασα μικρός κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών μου. Θυμάμαι ότι μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση αυτός ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας και νομίζω ότι ακόμα και σήμερα βρίσκω στοιχεία του στον εαυτό μου.

“Ο Πήτερ έφτασε στην ακτή χωρίς αναποδιές, και προχώρησε ίσια μπροστά τα πόδια του συνάντησαν απροσδόκητα το νερό σαν να αγνοούσαν εντελώς ότι είχαν μπει σ΄ ένα νέο στοιχείο.“
Απόσπασμα του βιβλίου
Εκείνος συνδιαλεγόταν με νεράιδες, ινδιάνους και πειρατές και σπάνια συναντούσε συνομηλίκους του από τον πραγματικό κόσμο. Εγώ έπλαθα τους δικούς μου ονειροφανταστικούς κόσμους και δημιουργούσα τα δικά μου παιχνίδια με έναν πραγματικό παίχτη και άπειρα παράλληλα σύμπαντα.

Ο Πήτερ Παν είναι ένα ανέμελο και σκανδαλιάρικο αγόρι, που αρνείται να αποδεχτεί τον κόσμο των μεγάλων και παραμένει για πάντα παιδί. Κατασκευάζει τον δικό του φανταστικό κόσμο, τη Χώρα του Ποτέ (Neverland) και μπορεί και πετάει όποτε θέλει εκεί, ζώντας την απόλυτη περιπέτεια μαζί με τους φίλους του, τη Γουέντι και τα αδέρφια της, που αντίθετα από αυτόν μεγαλώνουν κανονικά, και την απαστράπτουσα νεραϊδούλα Τίνκερ Μπελ. Στη χώρα αυτή ο χρόνος παραμένει στάσιμος και κανένας δεν επιβάλει πειθαρχία.

Ο Πήτερ Παν έχει σπάνια χαρίσματα και υπερφυσικές δυνατότητες. Μόνο αυτός μπορεί να πετάει στη Χώρα του Ποτέ χωρίς την επίδραση νεραϊδόσκονης, είναι άριστος ξιφομάχος, εφευρετικός μίμος, έχει απύθμενη φαντασία και ιδιαίτερα εξελιγμένες αισθητηριακές ικανότητες. Είναι αρχηγός μιας ομάδας ορφανών παιδιών, Τα Χαμένα Παιδιά, και μεγαλύτερος αντίπαλός του είναι ο τρομερός πειρατής Κάπτεν Χουκ, που έχασε το ένα του χέρι σε μια μονομαχία και το αντικατέστησε με έναν απαίσιο γάντζο.



Κοιτώντας πίσω στον χρόνο, έχω καταλήξει ότι ο λόγος που είχε στοιχειώσει το μυαλό μου τόσο πολύ αυτός ο ήρωας ήταν ότι υπήρχε κάτι κοινό στις ζωές μας. Εκείνος ζούσε τα αιώνια παιδικά του χρόνια σ' ένα απομονωμένο μικρό νησί (τη Χώρα του Ποτέ) και εγώ ζούσα τα παιδικά μου χρόνια τότε σε ένα απομονωμένο κτήμα στην Παλλήνη. Εκείνος συνδιαλεγόταν με νεράιδες, ινδιάνους και πειρατές και σπάνια συναντούσε συνομηλίκους του από τον πραγματικό κόσμο. Εγώ έπλαθα τους δικούς μου ονειροφανταστικούς κόσμους και δημιουργούσα τα δικά μου παιχνίδια με έναν πραγματικό παίχτη και άπειρα παράλληλα σύμπαντα. Επίσης εκείνη την εποχή, κατά τον ελεύθερό μου χρόνο, σπάνια συναντούσα συνομηλίκους μου από τον πραγματικό κόσμο.

Ο Πήτερ Παν, ο πρασινοφορεμένος ιππότης των αιθέρων όπως συνηθίζεται να λέγεται, αποτελεί σύμβολο της αιώνιας νιότης, ανεμελιάς και χαράς. Οι ψυχαναλυτές βλέπουν στην ιδιοσυγκρασία του έναν ανολοκλήρωτο άνθρωπο, καθηλωμένο στην παιδική ηλικία. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτο. Κατά τη γνώμη μου ο χαρακτήρας αυτός συμβολίζει τη βαθιά συνείδηση της φθοράς του ανθρώπου στον χρόνο και τη ματαιόδοξη προσπάθειά αναζήτησης της αιωνιότητας.

Ίσως κάτι ήξερε ο μεγάλος μαθηματικός Kurt Goedel - ο οποίος με τα θεωρήματα του περί μη-πληροτητος κλόνισε τα θεμέλια των θετικών επιστημών - που μέχρι το τέλος της ζωής του διάβαζε παραμύθια, πιστεύοντας πως μόνο το παραμύθι απεικονίζει τη ζωή όπως αυτή θα έπρεπε να είναι…

Δημήτρης Β. Νανόπουλος
Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
Διακεκριμένος Καθηγητής Φυσικής Υψηλών Ενεργειών Πανεπιστημίου Τέξας Α&Μ


Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΗΜΙΤΗ ΑΦΗΓEIΤΑΙ «Πήτερ Πάν»

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΗΜΙΤΗ ΑΦΗΓEIΤΑΙ...

Ειναι κάτι μέρες που...

Στέλιος Μαϊνας Ηθοποιός

Ξημερώνει ενα ακομα κρυο πρωινό του Φλεβαρη, κι ενω το φως στο μισόκλειστο πατζουρι, Σου υπενθυμίζει πως πλησιάζει η ωρα να σηκωθείς, Το παγωμένο δεξί σου πόδι που εχ ασε τη καλτσα του, εξω απ το πάπλωμα ,που ζεσταίνει γλυκα, το υπόλοιπο σώμα σου, Σε μεταφέρει νοερά σε χιονισμένα δάση, σε καλύβες των κυνηγών που περηφανεύονται Πως η φωτια στο τζακι τους, δεν σβήνει ποτε,´ Σε ζεστές σοκολάτες και παγωμένες λίμνες,με κάστορες που ανοίγουν λαγούμια στο χιόνι, Σε μακρινές φωνες περαστικών εμπόρων γούνας, που σε καλούν να μοιραστείς μαζι τους τη καυτή τους σουπα.

“Με δύο χτυπήματα της καμπάνας εκείνο το πρωί ήταν όλοι στο πόδι γιατί μια μεγάλη φουσκοθαλασσιά τους περίμενε και ο Τουτλς, ο λοστρόμος, ήταν ανάμεσά τους, κρατώντας στο χέρι την άκρη ενός σχοινιού και μασώντας ταμπάκο“
Απόσπασμα του βιβλίου
Σιγά σιγά, η μοναξιά που μου είχε γίνει τσιμπούρι έμαθε κι αυτή να διαβάζει και με άφηνε ήσυχη. Εν τέλει, ωραία ζωή αυτή των άλλων, χάρη στη μάνα της τη λογοτεχνία...

Οφείλω και σε όσους άλλους διάβασα ότι με απέσπασαν από τη στενότητα της δικής μου ζωής, ενώ η ζωή των βιβλίων έχει μια παραμυθητική απεραντοσύνη. Διαβάζοντας εισχώρησα στους περίπλοκους κόσμους των ηρώων, στις αμέτρητες συγκρούσεις μεταξύ τους, και ο αταξίδευτος ακόμα ψυχισμός μου άρχισε τις περιπλανήσεις του μακρύτερα από το κατανοητό, έφτανε διεγερμένος στο ακατανόητο, χωρίς να δυσκολεύεται να εξομοιώνει το πραγματικό με το φανταστικό. Σιγά σιγά, η μοναξιά που μου είχε γίνει τσιμπούρι έμαθε κι αυτή να διαβάζει και με άφηνε ήσυχη. Εν τέλει, ωραία ζωή αυτή των άλλων, χάρη στη μάνα της τη λογοτεχνία, η οποία της παρέχει άφθονη υπερβολή και αλλοκοτιά. Προς τι τώρα όλη αυτή η βιογραφία της αξίας του βιβλίου; Είναι για να καταλήξω ότι η απόκτησή του και η ανάγνωσή του σου εξασφαλίζει, συν τοις άλλοις, την ωραιότερη κι εντελώς δωρεάν φυγή. Όλα πληρωμένα και η επιστροφή σου πληρωμένη από τους στίχους του Καβάφη: έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κόχη τούτη την μικρή σ’ όλην τη γη την χάλασες.



KΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ