ΤΑΞΙΔΙΑ

Πάσχα στο παράθυρο

pasxastopara8yro_eikona

Φέτος, που η προτροπή του ποιητή «φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη» ακούγεται ακραία παραβατική, θα καταφέρουμε να παντρέψουμε τη μεσογειακή παραφορά με τη νεοαποκτηθείσα ευρωπαϊκή νηφαλιότητα;

«Από το παράθυρο κοιτούσα τη Μεγάλη Πέμπτη, που σε τίποτα δεν έμοιαζε πια μεγάλη», μονολογεί ο ήρωας του Αντώνη Σουρούνη στο «Πάσχα στο χωριό». «Ποτέ μου δεν είχα ζήσει Πάσχα σε χωριό και κάθε Μεγάλη Εβδομάδα ήταν το Μεγάλο μου Όνειρο. Ακόμα θυμόμουν εκείνη τη ζωγραφιά στο βιβλίο του σχολείου με το αρνάκι στη σούβλα και γύρω τριγύρω η οικογένεια να χαίρεται και να αγάλλεται. Παιδιά, γονείς, παππούδες και στο βάθος της ζωγραφιάς να χορεύουν τσολιάδες. Σαν παιδί δεν είχα την τύχη να μπω στον πίνακα, γονιός και τσολιάς δεν έγινα – αν έλειπαν και τα γερόντια από κει μέσα, θα είχα πάψει προ πολλού να τρέφω ελπίδες».

Σ’ ένα άλλο παράθυρο στέκεται η Χριστίνα, η δασκάλα του Παπαδιαμάντη – κάπως σαν κι εμάς φέτος, για διαφορετικούς λόγους βέβαια: «Και την Κυριακήν το πρωί, βαθειά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της».

To φετινό Πάσχα, που η προτροπή του ποιητή «και φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη» ακούγεται ακραία παραβατική, εμείς παραμένουμε έγκλειστοι κι η φύση, ανακουφισμένη από την απουσία μας, εμφανίζεται πιο παράδοξη από ποτέ. Ακόμη κι αν οι ειδήσεις για δελφίνια στα κανάλια της Βενετίας και μεθυσμένους ελέφαντες στο Γουχάν αποδείχτηκαν κατασκευασμένες, η απρόσμενη σιωπή των ανοιξιάτικων δειλινών και η αίσθηση πως ο αττικός ουρανός μοιάζει να έχει επεκταθεί, να έχει αδειάσει, δεν είναι ψεύτικες.

Το περίεργο είναι πώς αυτός ο αττικός ουρανός μοιάζει να διαπερνά ακόμη και το κεντροευρωπαϊκό στερέωμα των ιστοριών του Μπρούνο Σουλτς: «Τότε κατάλαβα για ποιο λόγο εκείνη η άνοιξη ήταν μέχρι τότε τόσο άδεια, κούφια και συγκρατημένη. Χωρίς να το ξέρει, μαζεύτηκε στον εαυτό της, σώπασε κι αποτραβήχτηκε στο βάθος –έκανε τόπο, άνοιξε ολόκληρη σε έναν καθαρό χώρο, σε ένα άδειο γαλάζιο χωρίς νόημα και ορισμό– μια έκπληκτη γυμνή μορφή για την υποδοχή ενός άγνωστου περιεχομένου. Εξού κι αυτό το γαλάζιο, σαν μια ουδετερότητα που την ξύπνησαν, αυτή η μεγάλη και σαν αδιάφορη ετοιμότητα για όλα. Αυτή η άνοιξη ήταν όλη σε αναμονή –έρημη και πλατιά, είχε θέσει τον εαυτό της στη διάθεσή μας χωρίς ανάσα, χωρίς συναίσθηση– με μια λέξη, περίμενε την αποκάλυψη»*.

Αλλά ποια θα είναι άραγε αυτή η αποκάλυψη; Στη νουβέλα του Σουρούνη, ο Φώτης, ένας οδοντίατρος, η Λίτσα, λαϊκή τραγουδίστρια, και ο αφηγητής ξεκινάνε ένα σουρεαλιστικό οδοιπορικό μ’ ένα ανοιχτό ντεσεβώ. Σε μια έξαρση νεοελληνικής υπερβολής, έτοιμοι για όλα και παθιασμένοι μέχρι τρέλας, στον αντίποδα της «αδιάφορης ετοιμότητας», διασχίζουν μια μουλιασμένη από βροχή Πελοπόννησο. Μουλιασμένοι και οι ίδιοι από Τζακ Ντάνιελς, βερμούτ, ρακί, ούζο και κρασί, καταλήγουν στο χωριό του Φώτη, στο πατρικό του σπίτι. Καθώς η διονυσιακή παραφορά κορυφώνεται ανάμεσα σε σπασμένα ποτήρια, εμφυλιακά πάθη, μυρωδιές κοπριάς και φρεσκοψημένου χωριάτικου ψωμιού, παρεξηγήσεις, χορούς, διηγήσεις και ξεματιάσματα, στην πιο κρίσιμη στιγμή, επέρχεται όχι μόνο η εθνική αλλά και η διαγενεακή συμφιλίωση. Ο πατέρας του Φώτη μιλάει επιτέλους για «εμφύλιο» και όχι για «συμμοριτοπόλεμο» και ξεπερνάει κυριολεκτικά το τραύμα: Χορεύει όρθιος –χωρίς τα μπαστούνια του, χωρίς βοήθεια– στηριγμένος στα πόδια του, που είχαν σακατέψει κάποτε οι αντάρτες.

Να τος πάλι ο Σουλτς: «Τότε ο κόσμος έμενε ακίνητος για μια στιγμή, κρατούσε την ανάσα του θαμπωμένος, θέλοντας να μπει ολόκληρος μέσα σε αυτή την παραπλανητική εικόνα, σε αυτή την πρόχειρη αιωνιότητα που του ανοιγόταν (…) Διότι τι είναι η άνοιξη, αν όχι η ανάσταση ιστοριών;».

Και εμείς, εμείς θα αναστήσουμε άραγε φέτος; Εμείς μπορούμε να ονειρευτούμε –με κεντροευρωπαϊκή νηφαλιότητα– πως γρήγορα οι κυρίες θα ξανακαθίσουν σαν άλλοτε, τότε που «κάθονταν με τα φωτεινά, πολύχρωμα φορέματά τους και κατάπιναν τον άνεμο με μικρές μπουκιές, σαν παγωτό». Και ταυτόχρονα να παραμείνουμε πιστοί στο χωριό που δεν θα δούμε φέτος και να ουρλιάξουμε παρέα με τον μπαρμπα-Γιώτη: «Να ποθάν’ ο Χάρος!». Με την κρυφή ευχή να έχει δίκιο η κυρα-Δέσπω του Σουρούνη: «Σαν τ’ αυγό κι ο άνθρωπος. Άμα δε σπάσει, δε στέκει όρθιος…».

* ΜΠΡΟΥΝΟ ΣΟΥΛΤΣ, Άπαντα τα πεζά, μτφ. Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, εκδόσεις Καστανιώτη.