ΤΑΞΙΔΙΑ

Ακόμη πιο μακριά

Ακόμη πιο μακριά

Πώς συμβιβάζεται το καλοκαίρι, η εποχή της ανεμελιάς, με τις προφυλάξεις; Και πού θα αισθανθούμε μεγαλύτερη ασφάλεια φέτος; Κοντά σε κάποιο νοσοκομείο; Ή σε ένα έρημο νησί;

Βάσει της κατάταξης του Υπουργείου Υγείας, σε ποια κατάσταση άραγε θα βρισκόταν ο Ροβινσώνας αν ζούσε στα χρόνια του κορωνοϊού; Το «Νησί της Απελπισίας», όπου ναυάγησε ο ήρωας του Ντιφόου, προφανώς δεν είχε την παραμικρή υποδομή υγείας, άρα μάλλον θα ήταν υψηλού κινδύνου. Αλλά, αφού ήταν παντελώς ερημικό, υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα μετάδοσης; Κι αν ναι, η σωτηρία θα ερχόταν από κάποιο περαστικό πλοίο; Και η απειλή από τις πιρόγες των κανίβαλων; Ή μήπως από τον Παρασκευά; Μεγαλύτερο κίνδυνο ενέχει η συνάθροιση, τελικά, ή η μοναξιά; Σε ένα πρόσφατο σκίτσο του New Yorker, ο κλασικός ναυαγός στη βραχονησίδα με τον φοίνικα προσπαθεί απεγνωσμένα να διώξει το πλοίο που έρχεται να τον σώσει.

Ο Άλλος, είτε ιθαγενής είτε επισκέπτης, υπήρξε κατά κανόνα απειλητικός τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην πραγματικότητα. Και μήπως δεν παλινδρομούμε διαρκώς μεταξύ ασφάλειας και ανεμελιάς; Θέλουμε να μείνουμε κι άλλο κλεισμένοι στη φωλιά μας και ταυτόχρονα να αμοληθούμε ασυγκράτητοι σε άγνωστες θάλασσες. Το αίσθημα φυγής μπορεί να προέρχεται από πολύ διαφορετικές αιτίες: φόβος, άγχος, αφόρητη πλήξη, κατάθλιψη, αναζήτηση νοήματος…

Στην περίπτωση του Ροβινσώνα Κρούσου, ο λόγος που τον ξέβρασε ξέπνοο στις ακτές του «Νησιού της Απελπισίας» ήταν ο συνδυασμός απληστίας και εφηβικής επαναστατικότητας. Στην περίπτωση του γνωστού συγγραφέα των «Διορθώσεων» και της «Ελευθερίας», Τζόναθεν Φράνζεν, ο λόγος ήταν η δυσκολία να αποδεχτεί την αυτοκτονία του αδερφικού του φίλου και «εν όπλοις» ανταγωνιστή, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας.

Το 2011, ο Φράνζεν αποφάσισε να πάρει ένα αντίτυπο του «Ροβινσώνα Κρούσου» και ένα κουτάκι με στάχτες του Φόστερ Γουάλας –έναν μάλλον εξεζητημένο εξοπλισμό κατασκήνωσης– και να καταλύσει στο νησί Masafuera («Ακόμη πιο Μακριά», θα το λέγαμε στα ελληνικά), πεντακόσια ναυτικά μίλια από την ακτή της κεντρικής Χιλής. Το νησί αυτό από το 1960 μετονομάστηκε σε Alejandro Selkirk, προς τιμήν του Σκωτσέζου που ξέμεινε εκεί για τέσσερα χρόνια και υπήρξε το πρότυπο του ήρωα του Ντιφόου.

Τι πιο ταιριαστό –σκέφτηκε ο Φράνζεν– από το να ξαναδιαβάσει το πρώτο αγγλοσαξονικό μυθιστόρημα επιβίωσης στο νησί όπου ξεκίνησαν όλα; Τι πιο ταιριαστό από το να σκορπίσει εκεί τις στάχτες του φίλου του – ενός συγγραφέα που προσπάθησε να γλιτώσει από τη σπαρακτική υπαρξιακή μοναξιά μέσω της αφήγησης. «Με τον Ροβινσώνα Κρούσο, ο Εαυτός έγινε νησί. Και σήμερα πια, όπως φαίνεται, το νησί έγινε ο κόσμος», γράφει ο Φράνζεν, συνδέοντας την ανάπτυξη του μυθιστορήματος με την έννοια του ατομισμού. Και στη συνέχεια με την απόλυτη κυριαρχία αυτού του ατομισμού στον σύγχρονο κόσμο, μέσω της τεχνολογίας – του διαδικτυακού μας ναρκισσισμού που δεν γνωρίζει πια όρια.

Μόνοι και ασφαλείς, ξανά στην ηλεκτρονική πολυκοσμία; «Η μοναξιά δεν είναι μια αμετακίνητη κατάσταση που μέσα της βυθίστηκα ύστερα από το ναυάγιο της Βιργινίας. Είναι ένα περιβάλλον που οξειδώνει, που δρα πάνω μου αργά αλλά ακατάπαυστα και πάντα προς μια κατεύθυνση καθαρά καταστρεπτική», γράφει ο Μισέλ Τουρνιέ στη δική του λοξή εκδοχή του Ροβινσώνα. «Τώρα ξέρω πως κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του –ή κατά κάποιον τρόπο επάνω του– μια εύθραυστη και πολύπλοκη σκαλωσιά από συνήθειες, απαντήσεις, αντανακλαστικά, μηχανισμούς, φροντίδες, όνειρα και όλα όσα συνεπάγονται, που έχει διαμορφωθεί και συνεχίζει να μεταμορφώνεται από το αδιάκοπο, χωρίς τέλος μάλαγμα των όμοιών του. Χωρίς χυμούς, αυτή η ντελικάτη ανθοφορία μαραίνεται και φυλλορροεί. Ο Άλλος. Κυρίαρχο κομμάτι του σύμπαντός μου (…) Τα Πρόσωπα δίνουν την κλίμακα, και κάτι ακόμα πιο σημαντικό, συνιστούν τις δυνάμει οπτικές γωνίες, που προσθέτουν στην πραγματική οπτική γωνία του παρατηρητή τις απαραίτητες δυνατότητες».*Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτές τις δυνατότητες; Μήπως αξίζει τελικά το ρίσκο του συγχρωτισμού;

Όλα, ακόμα και η γλώσσα, «εξαρτάται με έναν τρόπο θεμελιώδη από αυτό το κατοικημένο σύμπαν, όπου οι άλλοι μοιάζουν με φάρους που δημιουργούν γύρω τους μια φωτεινή νησίδα, και στο εσωτερικό της τα πάντα, ακόμα κι αν δεν είναι γνωστά, μπορούν ωστόσο να γίνουν γνωστά».*

* Michel Tournier, «Παρασκευάς ή στις μονές του Ειρηνικού», μτφ. Χρήστος Γ. Λάζος, εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ